Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

My Only Fascination....



You'r my only fascination, my sweet inpiration
My sweet inspiration
Everything I hoped to be
You're the dawn that rises for me
My summer wind from the sea


Some lucky day
You came my way
And shared my joy and sorrow
With words so true
You colored blue
The clear skies of tomorrow

I touch your hand
And once again
You gently say you need me
You're more than spring
The love you bring
Is laughter for every day


You're my only fascination
My sweet inspiration
Everything I hoped could be
You're the dawn that rises for me
My summer wind from the sea


You're my only fascination
My sweet inspiration
You're my tender harmony
If it's rain, it's music I hear
Only because you are near


The words you say
In your own way
Can fill my heart with sunshine
Somehow I know
This love will grow
And that you'll always be mine
The morning dew
Can talk to you
When you awake each morning
The friendly wind
Will stop and sing
The moment you say hello


You're my only fascination
My sweet inspiration
Everything I hoped could be
You're the dawn that rises for me
My summer wind from the sea


You're my only fascination
My sweet inspiration
You're my tender harmony
If it's rain, it's music I hear
Only because you are near


You're my only fascination
My sweet inspiration
Everything I hoped could be
You're the dawn that rises for me
My summer wind from the sea


You're my only fascination
My sweet inspiration
You're my tender harmony
If it's rain, it's music I hear
Only because you are near...near







Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015

Το ασχημόπαπο που έγινε Κύκνος

H παραμυθένια αλληγορία της ψυχής που επιλέγει τον δύσκολο μοναχικό δρόμο...
μέχρι που μετά από κακουχίες, κακοποιήσεις και βάσανα 
ολοκληρώνει τον κύκλο της,  αγγίζει την απόλυτη Ομορφιά 
και συνειδητοποιεί την πραγματική υπόστασης της...


Η εξοχή ήταν υπέροχη το καλοκαίρι. Στο κάμπο είχε μαζευτεί το άχυρο και είχε τοποθετηθεί σε μεγάλους σωρούς. Από ψηλά έκοβε βόλτες ο πελαργός με τα κόκκινα πόδια και τιτίβιζε στα αιγυπτιακά, μια γλώσσα που είχε μάθει από την μητέρα του.


Γύρω από το κάμπο και τα χωράφια υπήρχαν απέραντα δάση και στη μέση του κάμπου υπήρχαν βαθιές λίμνες. Πραγματικά η εξοχή ήταν υπέροχη! Κάτω από τον ζεστό ήλιο ξεπρόβαλε επιβλητικός ένας πύργος ιπποτών που περιβαλλόταν από τάφρους με μεγάλο βάθος. Από τα τείχη του πύργου και μέχρι το νερό των τάφρων υπήρχαν αναρριχώμενα φυτά, τόσο ψηλά που από κάτω τους χωρούσαν να σταθούν όρθια μικρά παιδιά. Η βλάστηση ήταν τόσο έντονη σε κείνο το σημείο όση και στο πιο πυκνό δάσος. Εδώ λοιπόν είχε κάνει την φωλιά της μία πάπια και κλωσούσε τα αυγά για να βγουν τα μικρά της. Η πάπια είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή της, καθώς είχε περάσει πολύς καιρός που κλωσούσε και σπάνια δεχόταν επισκέψεις.


Επιτέλους έσπαζαν τα αυγά, το ένα μετά το άλλο. «Πι, πι!» έλεγαν τα πουλάκια, όλοι οι κρόκοι είχαν ζωντανέψει και από τα αυγά προεξείχαν κεφαλάκια.


«Ραπ, ραπ, γρήγορα, γρήγορα!» φώναξε η πάπια και τα παπάκια σκουντουφλούσαν και έβαζαν όλες τους τις δυνάμεις να τρέξουν. Όλα τους φαινόταν τόσο περίεργα που κοιτούσαν γύρω-γύρω προς όλες τις κατευθύνσεις.


«Πόσο μεγάλος που είναι ο κόσμος» έλεγαν τα μικρά, καθώς τώρα είχαν πολύ περισσότερο χώρο να κινηθούν από ότι μέσα στο αυγό.


«Ακόμα δεν βγήκες από το αβγό σου και νομίζεις ότι είδες ολόκληρο τον κόσμο!» είπε περιπαικτικά η μητέρα. «Ο κόσμος πάει πιο πέρα και από την άλλη πλευρά του κήπου και μέχρι το κτήμα του παπά, ωστόσο εκεί δεν έχω πάει ούτε και εγώ!» Για να προσθέσει καμαρώνοντας: «Τι όμορφα που είσαστε όλα μαζί!». Τότε σηκώθηκε και έκπληκτη αναφώνησε: «Όχι δεν τα έχω όλα τα παπιά μου! Το μεγαλύτερο αυγό είναι ακόμη στη φωλιά. Πόσο άραγε θα χρειαστεί ακόμη; Έχω αρχίσει να εκνευρίζομαι!» είπε και κάθισε πάλι.
«Λοιπόν τι κάνεις;» ρώτησε μια γριά πάπια που ήρθε για επίσκεψη.
«Ένα από τα αυγά έχει καθυστερήσει» είπε η πάπια, η οποία συνέχισε να κλωσάει. «Ούτε που φάνηκε η παραμικρή τρυπούλα σε αυτό το αυγό. Αλλά έλα να δεις τα άλλα τα παπιά. Είναι τα ομορφότερα παπάκια τα οποία έχω δει ποτέ!»
«Για να δω το αβγό που δεν λέει να ανοίξει» είπε η γριά «Να δεις που είναι αβγό γαλοπούλας. Έτσι με κορόιδεψαν και μένα κάποια φορά και είδα και έπαθα με τα μικρά. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο φοβόταν το νερό. Στην αρχή δεν μπορούσα να τα χορτάσω όσο και να μάζευα, όσο και αν τάιζα, όσο και να μάλωνα όσο και να βοηθούσα. 
– Άσε να δω το αβγό! Ναι είναι αυγό γαλοπούλας! Παράτησε το και μάθε τα άλλα τα παιδιά σου να κολυμπάνε!» «Θα μείνω να κλωσίσω ακόμη λίγο!» απάντησε η πάπια. «Τόσο καιρό κάθησα στο αβγό, δεν πειράζει αν καθίσω λγάκι ακόμη!»
«Καθένας με τα γούστα του!» είπε η γριά πάπια και αποχαιρέτισε.


Επιτέλους άνοιξε και το μεγάλο αβγό και εμφανίστηκε το μικρό από μέσα. «Πι, πι!» είπε το μικρό και βγήκε από το τσόφλι. Ήταν πολύ μεγάλο και εμφανέστατα άσχημο. «Υπερβολικά μεγάλο παπάκι» σκέφτηκε η μαμά πάπια «Κανένα από τα άλλα παπιά δεν μοιάζει με αυτό. Μήπως είναι πραγματικά μία μικρή γαλοπούλα; Σύντομα θα το μάθω. Θα πρέπει να πέσει στο νερό και αν δεν θέλει ακόμη, θα το ρίξω εγώ η ίδια μέσα!»
Ο καιρός την επόμενη μέρα ήταν υπέροχος! Ο ήλιος έκαιγε πάνω στα πράσινα φυτά. Η μαμά πάπια εμφανίστηκε με όλη την οικογένεια της στα κανάλια.
«Πλατς!» πήδηξε μέσα στο νερό. «Ραπ, ραπ!» φώναξαν τα παπάκια καθώς το ένα μετά το άλλο έπεφταν και αυτά πίσω της. Αν και αρχικά έπεσαν με το κεφάλι μέσα στο νερό, αμέσως ξεπρόβαλλαν στην επιφάνεια και άρχισαν να κολυμπάνε περήφανα. Τα πόδια τους άρχισαν να κολυμπάνε από μόνα τους και όλα φαινόταν να βρίσκονται στο στοιχείο τους. Ακόμη και ο άσχημος, γκρίζος νεοσσός κολυμπούσε μαζί τους.
«Όχι δεν είναι γαλόπουλο!» είπε τότε. «Πόσο όμορφα χρησιμοποιεί τα πόδια του και πόσο ίσια κρατάει το σώμα του. Ραπ, ραπ θα σας παρουσιάσω στην αυλή με τις πάπιες. Μόνο προσέξτε να μείνετε κοντά μου μη σας πατήσει κανείς και προσέχτε την γάτα!»
Έτσι μπήκαν στην αυλή με τις πάπιες όπου επικρατούσε μεγάλη φασαρία. Δύο οικογένειες τσακωνόταν για ένα κεφάλι χελιού αλλά τελικά το πήρε η γάτα.
«Βλέπετε έτσι είναι ο κόσμος» είπε η μαμά πάπια και έκανε πως αρπάζει κάτι στον αέρα με το ράμφος, καθώς ήθελε και αυτή να πιάσει το κεφάλι του χελιού. «Να χρησιμοποιείτε τα πόδια σας, κοιτάξτε να κάνετε γρήγορα και σκύψετε μπροστά στη γριά πάπια που είναι εκεί. Είναι η πιο αξιοσέβαστη από όλες. Στις φλέβες τις ρέει ισπανικό αίμα. Όπως βλέπετε φοράει ένα κόκκινο πανί γύρω από το πόδι της. Αυτό είναι κάτι το πραγματικά όμορφο και η μεγαλύτερη αναγνώριση την οποία μπορεί να λάβει μία πάπια. Το κάθε καλοαναθρεμμένο παπάκι ανοίγει τα πόδια του μακριά το ένα από το άλλο, ακριβώς όπως ο πατέρας και η μητέρα! Βλέπετε έτσι! Σκύψτε τώρα τον σβέρκο σας και πείτε: «Ραπ!»


Αυτό ακριβώς και έκαναν τα παπάκια, οι άλλες πάπιες τις παρατηρούσαν και έλεγαν: «Για κοιτάξτε! Τώρα μας ήρθε και το συγγενολόι, σαν να μην ήμασταν ήδη αρκετοί! Πουφ, πως είναι έτσι το ένα παπί! Αυτό δεν θα το ανεχτούμε!» Και αμέσως πήγε μία πάπια και το δάγκωσε στον σβέρκο!
«Άσ’ το ήσυχο!» είπε η μητέρα, «δεν πείραξε κανέναν!»
«Μα είναι τόσο μεγάλο και τόσο παράξενο,» είπε η πάπια που το είχε δαγκώσει, «και για αυτό θα πρέπει να το διώξουμε μακριά!»
«Όμορφα παιδάκια έχει η μανούλα!» είπε με στόμφο η γριά πάπια με το πανί γύρω από το πόδι της. «Όλα με εξαίρεση του ενός, το οποίο είναι κακορίζικο. Θα ευχόμουν να μπορούσε να αναστρέψει το κλώσημα!»
«Αυτό δεν γίνεται μεγαλειοτάτη!» απάντησε η μητέρα. «Δεν είναι όμορφο, αλλά έχει καλό χαρακτήρα και κολυμπάει το ίδιο καλά όπως και τα υπόλοιπα, θα τολμούσα να πω καλύτερα και από τα υπόλοιπα. Πιστεύω ότι με το καιρό και όσο θα μεγαλώνει θα φτιάξει το μέγεθος και η εμφάνιση του. Έτσι και αλλιώς παπί είναι δεν θα το ενοχλήσει ιδιαίτερα η ασχήμια του!»
«Τα άλλα παπάκια είναι γλυκύτατα!» λέει η γριά. «Κάντε σαν να βρίσκεστε στο σπίτι σας και αν βρείτε κανένα κεφάλι χελιού, τότε μπορείτε να μου το φέρετε!» Και έτσι η αυλή έγινε το σπίτι τους.
Ωστόσο το φτωχό παπί το οποίο είχε βγει τελευταίο από το αυγό και το οποίο ήταν τόσο μα τόσο άσχημο, δεν περνούσε καθόλου καλά. Το δάγκωναν, το έφτυναν και το κορόιδευαν τόσο η πάπιες όσο και η κότες. «Είναι πολύ μεγάλο» έλεγαν όλες. Ακόμη και γάλος που είχε γεννηθεί έχοντας στα πόδια του σπιρούνια και για αυτό νόμιζε ότι είναι ο καίσαρας ενώ όλοι οι υπόλοιποι τον νόμιζαν τρελό, φύσηξε και ξεφύσηξε σαν ιστιοφόρο πριν ορμήξει προς το μικρό για να του φωνάξει: «γλου, γλου, γλου». Το παπάκι δεν ήξερε που να σταθεί και που να βρεθεί. Ήταν θλιμμένο που ήταν τόσο άσχημο και είχε γίνει ο περίγελος όλης της αυλής.

Από την πρώτη μέρα η συμπεριφορά όλων προς το παπί ήταν απαίσια και γινόταν κάθε μέρα και χειρότερη. Όλοι κυνηγούσαν το καημένο το παπάκι, ακόμη και τα αδέρφια του το περιγελούσαν και του έλεγαν «μακάρι να σε έπαιρνε η γάτα αηδιαστικό πλάσμα!» και η μητέρα αναστέναζε: «μόνο να είχες φύγει μακριά!» Οι πάπιες το δάγκωναν, οι κότες το τσιμπούσαν ακόμη και το κορίτσι που έφερνε την τροφή το κλοτσούσε.
Έτσι πέταξε πάνω από τον φράκτη. Τα πουλάκια τα οποία ήταν στους θάμνους φοβήθηκαν και πέταξαν ψηλά. «Η ασχήμια μου τα τρόμαξε!» σκέφτηκε το παπάκι και έκλεισε τα μάτια του, παρόλα αυτά όμως συνέχισε να τρέχει. Έτσι έφτασε σε ένα μεγάλο έλος στο οποίο έμεναν οι αγριόπαπιες. Εδώ έμεινε την νύχτα, γιατί ήταν πολύ κουρασμένο και στεναχωρημένο.

Το πρωί πέταξαν οι αγριόπαπιες ψηλά και αντίκρισαν τον νέο τους συγκάτοικο. «Τι μέρους του λόγου είσαι εσύ;» το ρώτησαν. Το παπάκι γυρνούσε προς όλες τις πλευρές και χαιρετούσε όσο πιο ευγενικά μπορούσε.
«Είσαι αποκρουστικά άσχημο» του είπαν οι αγριόπαπιες «αλλά αυτό δεν πειράζει όσο δεν παντρεύεσαι μέλος της οικογένειάς μας!» Το καημένο παπάκι είχε άλλες έννοιες από την παντρειά. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν να του επιτραπεί να ξαπλώνει στην ακτή και να πίνει από το νερό του έλους.
Μετά από δύο μέρες παραμονής στο έλος, ήρθαν δύο άγριες χήνες. Για την ακρίβεια δύο χηνόπουλα, καθώς δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που βγήκαν από αυγό τους και για αυτό ήταν ακόμη αρκετά αυθόρμητα.
«Άκου συνάδελφε, είσαι τόσο άσχημο που τυπικά είσαι όμορφο και για αυτό εμείς μπορούμε να σε ανεχτούμε. Θέλεις να έρθεις μαζί μας και να γίνεις ο οδηγός του σμήνους μας;» ρώτησαν το παπάκι.
«Μπαμ, μπαμ!» ακούστηκαν δύο πυροβολισμοί και τα χηνόπουλα έπεσαν νεκρά. Το νερό του έλους κοκκίνισε από το αίμα. «Μπαμ, μπαμ» ξανακούστηκαν πυροβολισμοί, και σμήνη ολόκληρα από αγριόχηνες σηκώθηκαν από το έλος και μετά ξανακούστηκαν πυροβολισμοί. Ήταν μεγάλο κυνήγι, οι κυνηγοί καθόταν δεξιά αριστερά γύρω από το έλος. Μερικοί μάλιστα είχαν ανεβεί πάνω στα κλαδιά των δέντρων.
Ο μπλε καπνός από μπαρούτι περνούσε σαν σύννεφο μέσα από τα δέντρα και στάθηκε ψηλά πάνω από το νερό. Τα κυνηγόσκυλα στριμωχνόταν να μπουν μέσα στο έλος. Πόσο τρόμαξε στα αλήθεια το παπάκι! Γύρισε το κεφάλι για να το κρύψει μέσα στη φτερούγα του. Τότε ένας τεράστιος σκύλος στάθηκε μπροστά του. Η γλώσσα του σκύλου του κρεμόταν μέχρι κάτω και τα απαίσια μάτια του γυάλιζαν. Σχεδόν ακουμπούσε το παπί με την μουσούδα του, έδειξε τα κοφτερά του δόντια και -πλατς -αποτραβήχτηκε χωρίς να το πειράξει.
«Δόξα τον Θεό» αναστέναξε το παπί, «είμαι τόσο άσχημο που ακόμη και ο σκύλος δεν θέλει να με δαγκώσει!»
Έτσι έμεινε ξαπλωμένο ενώ τα σκάγια διέσχιζαν τον αέρα και από παντού ακουγόταν τουφεκιές. Μόνο αργά το μεσημέρι ησύχασε η κατάσταση, αλλά το καημένο το παπάκι δεν τολμούσε να σηκωθεί. Κάθισε και περίμενε για αρκετές ώρες ακόμη πριν κοιτάξει τριγύρω και μετά άρχισε να τρέχει με όλες του τις δυνάμεις να βγει από το έλος.
Κατά το απόγευμα έφτασε σε μια φτωχική αγροικία. Ήταν τόσο άθλια η κατάσταση της, που και η ίδια δεν ήξερε από ποια πλευρά να πέσει και έτσι έμενε όρθια. Εκείνη τη στιγμή έπεφτε βροχή και ο αέρας φυσούσε έντονα. Έτσι το παπάκι έπρεπε να καθίσει για να μην το παρασύρει ο αέρας, και η κακοκαιρία ολοένα και χειροτέρευε. Τότε παρατήρησε ότι η πόρτα είχε ανασηκωθεί και κρεμόταν στραβά από τον ένα μεντεσέ. Έτσι κάτω από την πόρτα έμενε μια χαραμάδα αρκετά μεγάλη ώστε να μπορέσει το παπί να μπει στην αγροικία και αυτό ακριβώς έκανε.
Εδώ έμενε μια γριά με τον γάτο της και την κότα της. Ο γάτος, τον οποίο η γριά έλεγε γιόκα, μπορούσε να σχηματίσει με την πλάτη του γέφυρα και να πλέκει. Ακόμη αν του χάιδευαν το τρίχωμα πετούσε σπίθες. Η κότα είχε πολύ κοντά πόδια και για αυτό την λέγανε κοντοποδαρού.
Το πρωί παρατήρησαν αμέσως το ξένο παπί οπότε ο γάτος άρχισε να πλέκει και η κότα να κακαρίζει.
«Τι είναι αυτό πάλι;» αναρωτήθηκε η γριά και καθώς δεν έβλεπε καλά, νόμιζε ότι το παπάκι ήταν μια παχιά πάπια. «Αυτό είναι καταπληκτική μπάζα» είπε «καθώς τώρα θα μπορώ να έχω αυγά πάπιας. Αρκεί να μην είναι αρσενικιά! Αυτό θα το δούμε σύντομα.»
Έτσι αποφάσισε να κρατήσει το παπάκι δοκιμαστικά για τρεις εβδομάδες. Διάστημα στο οποίο δεν έκανε ούτε ένα αβγό.
Καθώς ο γάτος ήταν ο κύριος του σπιτιού και η κότα η κυρία, η κότα ρώτησε: «Μπορείς να κάνεις αυγά;» «Όχι» απάντησε το παπί. «Τότε δεν έχεις λόγο σε αυτό το σπίτι» ανταπάντησε η κότα.
Ο γάτος ρώτησε: «Μπορείς να κάνεις γέφυρα με την πλάτη σου; Μπορείς να πλέκεις; Μπορείς να πετάς σπίθες;» «Όχι» απάντησε το παπί, «Τότε δεν μπορείς να έχεις άποψη όταν μιλάνε μεταξύ τους νοήμονα άτομα!» συμπέρανε ο γάτος.
Το παπάκι στεναχωριόταν και καθόταν στη γωνιά του. Τότε αυθόρμητα σκέφτηκε τον καθαρό αέρα και την λιακάδα. Νοστάλγησε να κολυμπήσει στο νερό και έτσι αποκάλυψε την επιθυμία του στο κοτόπουλο. «Τι είναι αυτά που λες;» απάντησε αυτό, «τι περίεργες σκέψεις είναι αυτές; Άρχισε να κάνεις αυγά ή να πλέκεις να δεις για πότε θα σου περάσουν!»
«Μα είναι υπέροχα να κολυμπάς στο νερό!» διαμαρτυρήθηκε το παπάκι, «υπέροχα να δροσίζεις το κεφάλι σου στα κύματα ή να βουτάς μέχρι τον βυθό!»
«Ναι θα πρέπει να είναι καταπληκτική διασκέδαση!» είπε το κοτόπουλο ειρωνικά, «έχεις χαζέψει! Ρώτα τον γάτο που είναι ο εξυπνότερος από όσους γνωρίζω, αν του είναι τόσο ευχάριστο να κολυμπάει στο νερό ή να κάνει βουτιές!»
«Δεν με καταλαβαίνετε!» είπε το παπάκι.
«Αν δεν σε καταλαβαίνουμε εμείς, τότε ποιος μπορεί να σε καταλάβει! Δεν θα πιστεύεις βέβαια ότι είσαι εξυπνότερο από τον γάτο και από μένα. Κοίταξε να μάθεις να κάνεις αβγά, να πλέκεις και να πετάς σπίθες!»


«Νομίζω ότι θα βγω να περιπλανηθώ στον κόσμο!» Απάντησε το παπάκι.
«Αυτό να κάνεις!» ανταπάντησε η κότα.
Έτσι το παπάκι έφυγε και πήγε να κολυμπήσει στο νερό. Έκανε βουτιές αλλά λόγω της ασχήμιας του όλα τα υπόλοιπα ζώα το παρέβλεπαν.
Όταν έφθασε το φθινόπωρο τα φύλλα στο δάσος έγιναν κίτρινα και καφέ, η καταιγίδες τα έπαιρναν και τα στριφογυρνούσαν στον αέρα και το κρύο άρχισε να γίνεται αισθητό. Τα σύννεφα κρεμόταν βαριά, φορτωμένα με χιόνι και χαλάζι και πάνω στον φράχτη στεκόταν ένα κοράκι που έκρωζε από το κρύο «κρα, κρα!». Κανείς κρύωνε και μόνο με την ιδέα. Η κατάσταση για το παπάκι δεν ήταν καθόλου καλή.



Ένα απόγευμα ενώ το ηλιοβασίλεμα φώτιζε με υπέροχα χρώματα τον ουρανό, ένα σμήνος από λαμπερά μεγάλα πουλιά ξεπρόβαλε πίσω από τους θάμνους. Το παπάκι δεν είχε ξαναδεί τόσο όμορφα πουλιά. Ήταν ολόλευκα με μεγάλους λυγερούς λαιμούς. Ήταν κύκνοι. Έβγαζαν μία παράξενη κραυγή, άπλωναν τις φανταχτερές φτερούγες τους και πετούσαν από τις κρύες περιοχές στις θερμότερες πάνω από ανοιχτές θάλασσες. Πετούσαν τόσο ψηλά που το ασχημόπαπο αισθανόταν πολύ παράξενα και μόνο που τα έβλεπε.
Δεν μπορούσε να ξεχάσει τα φανταχτερά, όμορφα πουλιά. Μόλις χάθηκαν στον ορίζοντα βούτηξε μέχρι τον βυθό και όταν ξεπρόβαλε πάλι στην επιφάνεια αισθάνθηκε περίεργα. Δεν ήξερε πως λεγόταν αυτά τα πουλιά, ούτε για το που πήγαιναν αλλά τα αγάπησε όσο δεν είχε αγαπήσει ποτέ κανέναν. Αμέσως αισθάνθηκε ζήλια. Πως αλήθεια τόλμησε να ευχηθεί να αποκτήσει τέτοια ομορφιά; Θα ήταν ήδη ευτυχισμένο αν το ανεχόταν στην παρέα τους οι πάπιες. Καημένο άσχημο ζώο.
Όσο περνούσε ο καιρός ο χειμώνας αγρίευε! Το παπάκι έπρεπε να κολυμπάει ακατάπαυστα ώστε να εμποδίσει το πάγωμα του νερού. Κάθε νύχτα όμως η τρύπα μέσα στην οποία κολυμπούσε μίκραινε όλο και περισσότερο. Το κρύο ήταν πια τσουχτερό και το παπάκι έπρεπε να χρησιμοποιεί συνεχώς τα πόδια του ώστε να εμποδίσει το πάγωμα του νερού. Τελικά κουράστηκε και έμεινε ακίνητο. Τότε όλο το νερό πάγωσε και το παπάκι έμεινε εγκλωβισμένο μέσα στον πάγο.
Την επόμενη μέρα το πρωί ένας περαστικός αγρότης παρατήρησε το φτωχό ζώο. Πήγε έσπασε τον πάγο με το ξύλινο παπούτσι του, έσωσε το ζώο και το πήγε στη γυναίκα του. Τότε το παπάκι ξαναζωντάνεψε.
Τα παιδιά θέλανε να παίξουν μαζί του. Αλλά το παπάκι νόμιζε ότι θα το πονέσουν και από τον φόβο του πήγε κατευθείαν πάνω στην κούπα με το γάλα έτσι που το γάλα πιτσίλισε σε όλο το σπιτικό. Μετά πέταξε και πήγε πάνω στο ράφι με το βούτυρο και από κει στο βαρέλι με το αλεύρι και μετά πάλι στο αέρα. Η γυναίκα φώναζε και το κυνηγούσε με την τσιμπίδα του τζακιού, και τα παιδιά έπεφταν το ένα πάνω στο άλλο κυνηγώντας το παπάκι ενώ γελούσαν και φώναζαν. Ευτυχώς που ήταν ανοιχτή η πόρτα και έτσι το παπάκι πετάχτηκε έξω και μπόρεσε να σωθεί στο απάτητο χιόνι ανάμεσα στους θάμνους. Εκεί λοιπόν έμεινε ξαπλωμένο και εξουθενωμένο.

Το παπάκι έμεινε μόνο του και θα ήταν θλιβερό να εξιστορήσουμε πως πέρασε μέχρι να περάσει ο χειμώνας. Ώσπου μια μέρα ενώ στεκόταν μέσα στις καλαμιές του έλους, άρχισε πάλι να εμφανίζεται η ζεστασιά του ήλιου. Οι κορυδαλλοί τραγουδούσαν και η άνοιξη είχε πια καταφθάσει.


Τότε άνοιξε τα φτερά του και άρχισε να τα χτυπάει τόσο δυνατά όσο ποτέ και το σώμα του εκτοξευόταν με κάθε χτύπημα όλο και πιο μακριά Πριν καν καταλάβει το πως είχε βρεθεί σε έναν μεγάλο κήπο. Εκεί βρισκόταν ανθισμένες μηλιές και μοσχοβολούσαν πασχαλιές που έγερναν τα μακριά πράσινα κλαδιά τους στα κανάλια που έτρεχαν ανάμεσα τους. Ω, πόσο υπέροχα ανοιξιάτικος ήταν ο καιρός. Από ένα ξέφωτο ήρθαν κολυμπώντας τρεις πανέμορφοι, λευκοί κύκνοι. Με λαμπερά φτερά γλυστρούσαν ανάλαφρα πάνω στο νερό. Το παπάκι αναγνώρισε τα όμορφα πουλιά και αισθάνθηκε μια παράξενη αδιαθεσία.

«Θα πετάξω στο μέρος αυτών των βασιλικών πουλιών και θα με δαγκώσουν μέχρι να πεθάνω. Δεν θα μου συγχωρέσουν που ενώ είμαι είμαι τόσο άσχημο θα τολμήσω να τα πλησιάσω. Αλλά καλύτερα να σκοτώσουν αυτά παρά να με δαγκώνουν οι πάπιες, να με τσιμπάνε οι κότες, να με κλοτσάει το κορίτσι που ταΐζει και να περνάω τα πάνδεινα όλο τον χειμώνα!» Αμέσως πέταξε πάνω στο νερό και μετά πήγε κολυμπώντας προς τα λαμπερά πουλιά, τα οποία όρμηξαν με αναστηλωμένα τα φτερά κατά πάνω του.
«Σκοτώστε με, εμπρός σκοτώστε με» είπε το καημένο το ζώο και έγειρε το κεφάλι του στο νερό αναμένοντας τον θάνατο, όμως τι ήταν αυτό που αντίκρισε να καθρεφτίζεται στο νερό; 




Είδε την εικόνα του να σχηματίζεται στο νερό, αλλά δεν ήταν πια ένα πλαδαρό, γκρίζο πουλί, άσχημο και αποκρουστικό. Όχι ήταν το ίδιο ένας κάτασπρος κύκνος με υπέροχα φτερά.
Ακόμη και αν έχεις γεννηθεί σε μια αυλή γεμάτη με πάπιες, αν προέρχεσαι από αυγό κύκνου, τότε κύκνος θα γίνεις! Χάρη στις κακουχίες που είχε τραβήξει και την απόρριψη που είχε νιώσει, το νεαρό ζώο ήξερε να εκτιμήσει την τύχη του να είναι τόσο όμορφο και η ομορφιά του να είναι ευπρόσδεκτη από όλους. Οι μεγάλοι κύκνοι φτάσανε στο νεαρό πουλί και το χάιδευαν με το ράμφος τους.

Τότε ήρθαν μερικά παιδιά στον κήπο. Πετούσαν ψωμί και σπόρους στο νερό, και το μικρότερο φώναζε: «κοιτάξτε εκεί είναι ένας καινούριος!» Και τα υπόλοιπα παιδάκια συμφώνησαν πανηγυρίζοντας: «ένας νέος, ένας νέος κύκνος εμφανίστηκε»


Χειροκροτούσαν και χόρευαν μετά έφεραν την μητέρα και τον πατέρα τους. Έριχναν ψωμί και γλυκά στο νερό και όλοι έλεγαν: «Ο νέος είναι ο ομορφότερος, τόσο νέος και τόσο αρχοντικός!» Όλοι οι υπόλοιποι κύκνοι υποκλινόταν μπροστά του.

Τότε ο νεαρός κύκνος αισθάνθηκε ντροπή και έκρυψε το κεφάλι του μέσα στις φτερούγες του, αισθανόμενος τόσο περίεργα που και ο ίδιος δεν μπορούσε να εξηγήσει. Αισθάνθηκε μεγάλη ευτυχία αλλά καθόλου υπερηφάνεια, καθώς μία καλή καρδιά δεν αισθάνεται ποτέ υπερηφάνεια. Θυμόταν όταν όλοι τον κορόιδευαν και τώρα άκουγε όλους να λένε ότι είναι το ωραιότερο από όλα τα ωραία πουλιά. Οι πασχαλιές έσκυβαν προς το μέρος του στο νερό, ο ήλιος έλαμπε ζεστός και δροσιστικός. Τίναξε τα φτερά του, ο λεπτός λαιμός σηκώθηκε και από καρδιάς πανηγύριζε: «Τόση τύχη δεν τολμούσα ούτε να την ονειρευτώ όταν ήμουν ακόμη το ασχημόπαπο!»






Μόνο ένας Κύκνος μεταμορφώνεται σε Κύκνο...!

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2015

Μία φλόγα...



Μία Φλόγα είναι η ψυχή του ανθρώπου, ένα πύρινο πουλί, 
πηδάει από κλαρί σε κλαρί, από κεφάλι σε κεφάλι και φωνάζει:
" Δεν μπορώ να σταθώ, δεν μπορώ να καώ, κανένας δεν μπορεί να με σβήσει!" 


                                Νίκος Καζατζάκης

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Η ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΠΟΘΕΩΣΗ ΠΟΡΕΙΑ

Psyché (Louvre Museum - Paris)

Το μεγάλο θέμα της αποθεώσεως όλες οι θρησκείες και όλα τα φιλοσοφικά συστήματα το προσεγγίζουν με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους π.χ. ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ, ως βιβλικές θρησκείες, δεν δέχονται την εξέλιξη, με όλα τα εξ αυτής συνεπαγόμενα, και θεωρούν ότι ο άνθρωπος πλάσθηκε απευθείας ως άνθρωπος (δηλαδή δεν προϋπήρξε π.χ. σε οργανισμούς ζώων) και εξελισσόμενος πνευματικά και ηθικά εξασφαλίζει μια θέση στον «παράδεισο», δηλαδή σε χώρο όπου θα παραμείνει αιωνίως και στον οποίο θα έχει όλες τις απολαύσεις που μπορεί να φανταστεί και τίποτε πέραν αυτού.
Οι Πυθαγόρειοι, οι οποίοι πιστεύουν στον νόμο της εξελίξεως, (νόμο που αποδεδειγμένα τον παραδέχεται και η σύγχρονη επιστήμη) έχουν μια πολύ διαφορετική άποψη και θεωρούν ότι η εξέλιξη του ανθρώπου (αλλά και όλων των οντοτήτων) είναι ατελεύτητη. Συγκεκριμένα θεωρούν ότι όλες οι οντότητες εξελίσσονται από τις πιο ατελείς σε τελειότερες μορφές, γίνονται άνθρωποι, γίνονται Θεοί, γίνονται υπέρτατοι θεοί και ακολουθούν μια ατελεύτητη εξελικτική πορεία. Συνεπώς υπάρχει άμεση σύνδεση του Νόμου της Μετενσαρκώσεως με τον Νόμο της εξελίξεως. Έτσι η ψυχική ατομικότητα από οργανισμούς ζώων αποκτά οργανισμό ανθρώπου, ως αποτέλεσμα της εξελίξεώς της. Ακολούθως εξελίσσεται στο ανθρώπινο επίπεδο μέχρις ότου φθάσει στο τέρμα της εξελίξεώς της σ’ αυτό το επίπεδο, όπου εκλείπει η αναγκαιότητα των περαιτέρω ενσαρκώσεων. Εδώ όμως γεννιέται το ερώτημα, τι γίνεται κατόπιν; Η εξελικτική πορεία σταματάει σ’ αυτό το επίπεδο; Η απάντηση είναι ΟΧΙ. Η εξελικτική πορεία είναι άπειρη, επομένως υπάρχουν επίπεδα εξέλιξης και πέραν του ανθρωπίνου.
Η αποθέωση είναι ο τελικός στόχος του εξελιγμένου ανθρωπίνου πνεύματος. Με την αποθέωσή του ο άνθρωπος γίνεται Θεός (με την έννοια που δίδουν οι Έλληνες και όχι οι οπαδοί των βιβλικών θρησκειών) και κατακτά την Τέλεια Αθανασία και την Αιώνια Ζωή.
Τέλεια Αθανασία αποκτά μια ψυχική ατομικότητα όταν δεν διέρχεται από την διαδικασία του θανάτου δηλαδή έχει ξεφύγει από τον κύκλο των μετενσαρκώσεων και να απομακρυνθεί από  το έρεβος. Για να απομακρυνθούμε από το έρεβος πρέπει να πάψουμε να βλέπουμε τους εαυτούς μας ως υπάρξεις αιώνια σταθερές και απομονωμένες από τις άλλες υπάρξεις. Πρέπει να βλέπουμε τους εαυτούς μας ως υπάρξεις άπειρης δύναμης που ατελεύτητα εξελίσσονται, που αγκαλιάζουν το Σύμπαν, που είναι ένα με το Σύμπαν, που είναι ένα Σύμπαν.
Αιώνια Ζωή είναι ζωή έχουσα αδιάκοπη ενέργεια, μη υποκείμενη στην διαδικασία του θανάτου και της εκ νέου γεννήσεως. Είναι ζωή αποτελούσα αιώνια σύζευξη της περιφέρειας της ψυχής με το κέντρο της. Αιώνια ζωή έχει εξασφαλίσει μια ψυχική ατομικότητα όταν δεν υπόκειται στις επιδράσεις της θεότητας που έχει ως εξωτερικό σύμβολο τον θάνατο. Αντίθετα ζωή χωρίς μέσο συνεχούς διανοήσεως είναι υποκείμενη στις επιδράσεις της θεότητας που έχει ως εξωτερικό σύμβολο τον θάνατο. Καμία ζωή, καμία ψυχική υπόσταση δεν μπορεί να αποφύγει τις επιδράσεις αυτής της θεότητας αν το μέσο διανοήσεως της δεν τύχει των επιδράσεων του Πνευματικού Ηλίου.
Για να ακολουθήσει την προς την αποθέωση πορεία ένας άνθρωπος πρέπει να διάγει μια απόλυτα φυσική ζωή.
ΦΥΣΙΚΗ ΖΩΗ είναι ζωή προσαρμοσμένη προς τις λειτουργίες των φυσικών νόμων και δεν καθίσταται το αίτιο της εκτροπής της ανθρώπινης διανοήσεως προς σχηματισμό συλλογισμών οι οποίοι εξωθούν τον άνθρωπο εκτός της πραγματικής ζωής και εμποδίζουν τις εκδηλώσεις των ψυχικών του δυνάμεων.
Η Φυσική Ζωή γίνεται το πραγματικό αίτιο, της εκδηλώσεως των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου όπως και το αίτιο της ομαλής μεταξύ αυτών συνεργασίας, η οποία διευκολύνει την δυναμική αύξηση της διανοητικής και συναισθηματικής τους ενέργειας. Η φυσική ζωή δεν αφήνει την διανόηση του ανθρώπου να εκτρέπεται σε συλλογισμούς δια των οποίων δημιουργούνται όλες οι ανωμαλίες των ανθρωπίνων σχέσεων και οι παραλογισμοί και τα εξ αυτών ανθρώπινα πάθη τα οποία κατατυραννούν τις ανθρώπινες ψυχές, με συνέπεια να εμποδίζουν τη δυναμική τους ανέλιξη όπως κατευθύνονται προς πλήρωση του ανθρωπίνου σκοπού των.
Μη Φυσική Ζωή, έχουμε όταν η ζωή του ανθρώπου δεν είναι σύμφωνη με τους λειτουργούντες φυσικούς νόμους. Τότε όλες οι ενέργειες και της ψυχής του και της οργανικής του φύσεως τείνουν στην δημιουργία ανωμάλων λειτουργιών και αυτές είναι εκείνες οι οποίες συνταράσσουν τις αισθησιακές λειτουργίες και εκτρέπουν τα όργανα της διανοήσεως σε σχηματισμό ιδεών οι οποίες δεν εξυπηρετούν την φυσική της ανέλιξη διότι γίνονται ξένες προς τις πραγματικές αλήθειες της Φύσεως.
Η μη φυσική ζωή του ανθρώπου δεν είναι δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα διανόηση ικανή να ρυθμίζει τις ψυχικές εκδηλώσεις της βουλήσεως,της επιθυμίας, της θελήσεως και όλες εκείνες τις άλλες εκδηλώσεις οι οποίες εμφανίζουν την συνειδητή ύπαρξη του ανθρώπου, τις συνειδητές ενέργειές του και τις αρμονικές σχέσεις του μετά των άλλων συνανθρώπων του. Οι ψυχικές εκδηλώσεις οι οποίες δεν ρυθμίζονται υπό της διανοήσεως του ανθρώπου η οποία ενεργεί φυσιολογικώς, δεν λειτουργούν μόνον ατάκτως κατά την εκδήλωσή τους, αλλά καθίστανται και ασυνείδητοι και ως εκ τούτου τα αποτελέσματα των ενεργειών τους παρεμποδίζουν την ψυχική πρόοδο των ανθρώπων και εν συνεχεία κρατούν τη διανόησή τους στο σκότος.
Η μη φυσική ζωή του ανθρώπου είναι ζωή ανώμαλη, μη εξυπηρετών την διανοητική και συναισθηματική του πρόοδο και εξ αυτού μη εξυπηρετών και την ηθική του πρόοδο, με αποτέλεσμα την μη αύξηση των ψυχικών του δυναμικοτήτων. Μη αυξανομένων όμως των ψυχικών του δυναμικοτήτων δεν είναι δυνατόν να φθάνει τις βαθμίδες εκείνες της διανοήσεως οι οποίες επιτρέπουν στις ακτίνες της να έρχονται σε επαφή με τις ακτίνες ακτινοβολούσης διανοήσεως πνευματικών όντων ανωτέρων αυτού.
Η πορεία προς την αποθέωση διέρχεται από τρία διακεκριμένα στάδια:
Το πρώτο στάδιο αρχίζει από την στιγμή που θα γεννηθεί μέσα στην ψυχή του ανθρώπου η Γνωστική Νόηση η οποία του δίνει τον απαραίτητο ηρωισμό ώστε να δαμάσει τον εγωισμό του, να γνωρίσει ότι έχει πάθη, να τα καταπολεμήσει και να τα εξαλείψει. Η γνώση των παθών είναι ένα πολύ σημαντικό γεγονός στην εξελικτική πορεία της ψυχής του ανθρώπου διότι θα τον βοηθήσει να επιτύχει την οριστική εξάλειψη όλων των παθών του.
Το δεύτερο στάδιο αρχίζει στο άνθρωπο εκείνο που πέτυχε την οριστική εξάλειψη όλων των παθών (δηλαδή τον θάνατο όλων των παθών) και έτσι επιτυγχάνει την Πνευματική του Αναγέννηση. Με την επίτευξη της πνευματικής του αναγεννήσεως ο άνθρωπος αποκτά την σοφία εκείνη η οποία θα του επιτρέψει να εκδηλώσει μεγαλύτερη διεισδυτικότητα του πνεύματός του στις αλήθειες της Φύσεως και του πνεύματος που είναι απαραίτητη στη περαιτέρω πορεία του.
Το τρίτο στάδιο αρχίζει με την απόκτηση πνευματικού οργανισμού που είναι απαραίτητος για να οδεύσει προς θειότερους κόσμους και την οριστική του απομάκρυνση από τις προσκολλήσεις του στις ανθρώπινες αδυναμίες. Τότε επιτυγχάνει εσωτερική αρμονία ψυχής και οργανισμού, το πνεύμα του φωτίζεται από το Απολλώνιο φως και οδεύει πλέον προς θειότερους κόσμους,
Για να απομακρυνθούμε από το έρεβος πρέπει να πάψουμε να βλέπουμε τους εαυτούς μας  ως υπάρξεις αιώνια σταθερές και απομονωμένες από τις άλλες υπάρξεις. Πρέπει να βλέπουμε τους εαυτούς μας ως υπάρξεις άπειρης δύναμης που ατελεύτητα εξελίσσονται, που αγκαλιάζουν το Σύμπαν, που είναι ένα με το Σύμπαν, που είναι ένα Σύμπαν.

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

Ευτυχισμένο το Νέο Έτος με χορούς κυκλοτερούς αφυπνιστικούς...

Ας αφυπνιστούν οι Ψυχές από το χάδι του Έρωτα...
ας αφεθούν στον ξέφρενο ανυψωτικό χορό της ανάμνησης, της ενθύμησης, της ανάνηψης ...
Καλή Χρονιά!



Eros and Psyche

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014

Ψυχή και Σώμα...


Body and Soul

My heart is sad and lonely
For you, I sigh, for you, dear only
Why haven't you seen it, I'm all for you

Body and soul

I spend my days in longing
Wondering why it's me that you're wronging
I tell, you I mean it, I'm all for you

Body and soul

I can't believe it, it's hard to conceive it
That you'd turn away, romance
Are you pretending, it looks like the ending
Unless, I could have one more chance to prove, dear

My life a wreck, you're making
You know, I'm yours for just the taking
I'd gladly surrender myself to you


Body and soul



Η Οδύσσεια με τα μάτια του Jan Styka

Οδυσσέας - Jan Styka

Ραψωδία α : Θεών αγορά. Αθηνάς παραίνεσις προς Τηλέμαχον. Μνηστήρων εὐωχία.
Οι θεοί συνεδριάζουν για την επιστροφή του Οδυσσέα

Το έργο αρχίζει με επίκληση του ποιητή στην Μούσα : ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ / πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσεν· (Τον άντρα τον πολυμήχανο τραγούδησε, Μούσα, / που πολύ περιπλανήθηκε, όταν πήρε την ιερή πόλη της Τροίας). Δέκα χρόνια μετά την άλωση της Τροίας, κι ενώ όλοι οι άλλοι Αχαιοί γύρισαν στις πατρίδες τους, ο Οδυσσέας βρίσκεται στην Ωγυγία, στο νησί της θεάς Καλυψώς, που θέλει να τον κρατήσει για πάντα κοντά της ενώ αυτός θέλει να επιστρέψει στην Ιθάκη. Οι θεοί συνεδριάζουν στον Όλυμπο, κι επωφελούμενη από την απουσία του Ποσειδώνα, που εχθρεύεται τον ήρωα, η Αθηνά πείθει τον Δία να συναινέσει στην επιστροφή του Οδυσσέα, που του αρκεί να δει να βγαίνει καπνός στην πατρίδα του (καπνὸν ἀποθρῴσκοντα) κι ας πεθάνει (α 58).

Ο Οδυσσέας στις ακτές της Ωγυγίας θρηνεί Για την Πηνελόπη και τον Τηλέμαχο

Σε εφαρμογή του θεϊκού σχεδίου, η Αθηνά κατεβαίνει στην Ιθάκη για να παρακινήσει τον Τηλέμαχο να αναζητήσει τον πατέρα του. Με τη μορφή του Μέντη, ενός πατρικού φίλου, μπαίνει στο παλάτι, όπου οι μνηστήρες γλεντοκοπούν κατασπαταλώντας την περιουσία του Οδυσσέα. Ο Τηλέμαχος υποδέχεται φιλόξενα τον ξένο και η Αθηνά προσπαθεί να τον πείσει πως ο πατέρας του ζει. Τον παρακινεί να καταγγείλει τη συμπεριφορά των μνηστήρων και να πάει στο βασιλιά της Πύλου, το Νέστορα και στο βασιλιά της Σπάρτης, Μενέλαο, για να ρωτήσει για τον Οδυσσέα.


Η Πηνελόπη στην βεράντα του παλατιού

Φεύγοντας, η Αθηνά αποκαλύπτεται και ο Τηλέμαχος αναθαρρεί. Ο αοιδός Φήμιος τραγουδά το γυρισμό των Αχαιών από την Τροία, η Πηνελόπη όμως κατεβαίνει πονεμένη και τον καλεί ν' αλλάξει τραγούδι. Ο Τηλέμαχος της μιλά με αυστηρότητα και τη στέλνει πίσω στα διαμερίσματά της. Στη συνέχεια στρέφεται με αυτοπεποίθηση προς τους μνηστήρες, τους λέει να φύγουν από το σπίτι του και τους ανακοινώνει ότι θα φέρει το θέμα στη συνέλευση των Ιθακησίων. Ακολουθεί λογομαχία. Καθώς τελειώνει η πρώτη μέρα του ποιητικού χρόνου της Οδύσσειας, ο Τηλέμαχος ξαγρυπνά και αναλογίζεται τις υποδείξεις της Αθηνάς.


Ραψωδία β : Ιθακησίων αγορά. Τηλεμάχου Αποδημία.


Ιθακησίων Αγορά 

Στη συνέλευση που συγκάλεσε ο Τηλέμαχος ζητά από τους μνηστήρες να φύγουν και τους απειλεί με τη θεϊκή τιμωρία για τα ανοσιουργήματά τους. Ο επιφανέστερος των μνηστήρων Αντίνοος κατηγορεί την Πηνελόπη ότι αποφεύγει τον γάμο με δόλο : Δήλωσε ότι θα ξαναπαντρευτεί όταν τελειώσει το σάβανο του πεθερού της Λαέρτη αλλά κάθε βράδυ ξηλώνει ό,τι ύφανε την ημέρα. Οι μνηστήρες καλούν τον Τηλέμαχο να της επιβληθεί. Αυτός ανταπαντά ότι δεν μπορεί να διώξει την μητέρα του απ' το σπίτι, δέχεται όμως να την ξαναπαντρέψει, αν του δοθεί καράβι να ψάξει για τον πατέρα και βεβαιωθεί πως πέθανε τελικά. Δύο αετοί που αλληλοξεσκίζονται ερμηνεύονται από τον μάντη Αλιθέρση ως σημάδι για τη σύντομη επιστροφή του Οδυσσέα και την τιμωρία των μνηστήρων. Οι μνηστήρες βρίζουν και απειλούν το μάντη, το ίδιο και τον Μέντορα, παλιό φίλο του Οδυσσέα, που επικρίνει την απάθεια των Ιθακησίων. Ο μνηστήρας Λεώκριτος δηλώνει πως, ακόμα κι αν γυρίσει ο Οδυσσέας, αυτοί θα τον σκοτώσουν.
Ο Τηλέμαχος στην Ιθάκη παρακαλεί για βοήθεια  - Jan Styka

Ο Τηλέμαχος κατεβαίνει στην ακρογιαλιά και παρακαλεί την Αθηνά να του συμπαρασταθεί. Η Αθηνά εμφανίζεται με τη μορφή του Μέντορα τώρα, τον καθησυχάζει, του δίνει οδηγίες και προσφέρεται να τον βοηθήσει. Ο Τηλέμαχος γυρίζει στο παλάτι και, παρά τις ειρωνείες των μνηστήρων, αρχίζει τις ετοιμασίες. Η Ευρύκλεια, η παραμάνα του, ανησυχεί, τελικά όμως ορκίζεται να μην πει τίποτα στη μητέρα του. Η Αθηνά/Μέντορας βρίσκει καράβι και ναύτες, κοιμίζει τους μνηστήρες και ανακοινώνει στον Τηλέμαχο πως όλα είναι έτοιμα. Το ταξίδι ξεκινά και συνεχίζεται όλη τη νύχτα με τον ευνοϊκό άνεμο που στέλνει η θεά.

Ο Τηλέμαχος αναχωρεί από την Ιθάκη


Ραψωδία γ : Τὰ ἐν Πύλῳ.

Το Λουτρό του Τηλεμάχου - Jan Styka 

Το ξημέρωμα της 3ης μέρας της Οδύσσειας ο Τηλέμαχος και η Αθηνά/Μέντορας φτάνουν στην Πύλο όπου ο βασιλιάς Νέστορας τους υποδέχεται φιλόξενα. Ο Νέστορας θυμάται τον Οδυσσέα και τα βάσανα των Αχαιών με συγκίνηση. Ο ίδιος μαζί με το Μενέλαο απέπλευσαν βιαστικά για να προλάβουν την οργή των θεών, ενώ ο Οδυσσέας και άλλοι έμειναν πίσω για να προσφέρουν πρώτα θυσίες. Απαριθμεί τους Αχαιούς που έμαθε πως έφτασαν στις πατρίδες τους, για τον Οδυσσέα όμως δεν ξέρει τίποτα περισσότερο. Όσο για την κατάσταση στην Ιθάκη, παρακινεί τον Τηλέμαχο να αντιμετωπίσει τους μνηστήρες με τη βοήθεια της Αθηνάς. Με συνοδό το γιο του Νέστορα, Πεισίστρατο, ο Τηλέμαχος αναχωρεί την επόμενη μέρα με άρμα για τη Σπάρτη.


Η Θυσία προς  Αθηνά  στην Πύλο - Jan Styka


Ραψωδία δ : Τὰ ἐν Λακεδαίμονι.

Το πρωί της 5ης μέρας φτάνουν στη Σπάρτη και βρίσκουν το Μενέλαο να γιορτάζει διπλό γάμο, του γιου και της κόρης του. Ο Μενέλαος, που δεν ξέρει ακόμη ποιον έχει απέναντί του, εξιστορεί τις επί οκτώ χρόνια περιπλανήσεις του μετά την άλωση της Τροίας και αναφέρεται και στα ακόμη μεγαλύτερα παθήματα του Οδυσσέα. Έμαθε για τις περιπέτειές του αλλά αγνοεί τι απέγινε.


Ο Μενέλαος και η Ωραία Ελένη

Η Ελένη εμφανίζεται και ο Τηλέμαχος αναγνωρίζεται. Όλοι θρηνούν γι΄ αυτούς που έχασαν και η Ελένη ρίχνει στο κρασί το «νηπενθές» για να τους διώξει τον πόνο. Αφηγείται πώς κάποτε αναγνώρισε τον Οδυσσέα, όταν μπήκε κρυφά στην Τροία για να κατασκοπεύσει. Δεν τον κατέδωσε, αντίθετα χάρηκε που τον είδε, αφού ήθελε πια και η ίδια να γυρίσει στη Σπάρτη. Ο Μενέλαος με τη σειρά του αφηγείται πώς ο Οδυσσέας γλύτωσε τους Αχαιούς που ήταν κρυμμένοι στο Δούρειο Ίππο, όταν κινδύνεψαν ν΄ αποκαλυφθούν.

Η πανέμορφη Ιοκάστη, μικρότερη κόρη του Νέστορος 

Την επόμενη μέρα, την 6η της Οδύσσειας, ο Τηλέμαχος ρωτάει για τον πατέρα του και περιγράφει την κατάσταση στην Ιθάκη. Ο Μενέλαος εύχεται το θάνατο των μνηστήρων και αφηγείται τον αποκλεισμό του στην Αίγυπτο. Εκεί δάμασε το φοβερό γέροντα της θάλασσας Πρωτέα κι εκείνος, μεταξύ άλλων, του είπε πως ο Οδυσσέας είναι ζωντανός και βρίσκεται στο νησί της Καλυψώς, ποθώντας να γυρίσει πίσω στην Ιθάκη. Ύστερα ο Τηλέμαχος επιστρέφει στην Πύλο.


Le fantôme d'Iphitime console Pénélope - Jan Styka

Στην Ιθάκη οι μνηστήρες πληροφορούνται έκπληκτοι το ταξίδι του Τηλέμαχου και αποφασίζουν να τον σκοτώσουν με δόλο. Η Πηνελόπη μαθαίνει τα νέα και φοβάται πως θα χάσει τώρα και το γιο της. Προσεύχεται στην Αθηνά κι εκείνη φέρνει στον ύπνο της την αδελφή της Ιφθίμη, που την καθησυχάζει με τη διαβεβαίωση πως ο Τηλέμαχος βρίσκεται υπό την προστασία της θεάς. Στο μεταξύ οι μνηστήρες αρματώνουν καράβι και στήνουν την ενέδρα τους στα στενά της Σάμης.
Η μνηστήρες στο Παλάτι της Ιθάκης καταχράζονται την περιουσία του Οδυσσέα


Ραψωδία ε : Ὀδυσσέως σχεδία.


Το μήνυμα του Ερμή στην Καλυψώ

Το πρωί της 7ης μέρας, στη συνέλευση των Θεών, η Αθηνά επενέρχεται στο θέμα του Οδυσσέα και αναφέρει την ενέδρα των μνηστήρων. Ο Δίας στέλνει τον Ερμή στην Ωγυγία με την εντολή προς την Καλυψώ να αφήσει πια τον Οδυσσέα και ανακοινώνει στους θεούς ότι ο Οδυσσέας θα γυρίσει στην Ιθάκη μετά από 20 μέρες ταλαιπωρημένος πάνω σε σχεδία, χωρίς όμως βοήθεια θεών ή ανθρώπων, με πλούσια όμως δώρα από τους Φαίακες.

Η Καλυψώ υπόσχεται αθανασία στον Οδυσσέα

Η Καλυψώ κατηγορεί τους θεούς ότι τη φθονούν, που ερωτεύτηκε ένα θνητό και τους δίνει πολλά παραδείγματα για να τους αποδείξει την ζηλοφθονία τους, τελικά όμως υποχωρεί από φόβο για την οργή του Δία. 


 Calypso, Blonde-Haired Goddess  - Jan Styka -

Τώρα για πρώτη φορά εμφανίζεται ο Οδυσσέας στο ποίημα. Κλαίει όπως κάθε μέρα στην ακρογιαλιά αγναντεύοντας το πέλαγος (νόστον ὀδυρομένῳ, ε 153), όταν η θεά του ανακοινώνει τα καλά νέα. O Οδυσσέας τη βάζει να ορκιστεί ότι δεν έχει κακό σκοπό και, παρά την προειδοποίησή της ότι θα υποστεί κι άλλες ταλαιπωρίες, μένει αμετάπειστος. Μετά το γεύμα περνούν μαζί την τελευταία τους νύχτα.

Η Καλυψώ βρίσκει τον Οδυσσέα νοσταλγώντας την Ιθάκη

Τις επόμενες τέσσερις μέρες ο Οδυσσέας κατασκευάζει σχεδία με τα εργαλεία της Καλυψώς και την πέμπτη μέρα (12η της Οδύσσειας) ξεκινά. Η Καλυψώ του δίνει εφόδια, οδηγίες και ούριο άνεμο για το ταξίδι. Μετά από δεκαεφτά μέρες, τα ξημερώματα της δέκατης όγδοης (29ης), προβάλλουν στον ορίζοντα οι ακτές της Σχερίας, της χώρας των Φαιάκων. Καθώς όμως ο Ποσειδώνας επιστρέφει από τους Αιθίοπες, βλέπει τον Οδυσσέα και οργισμένος σηκώνει φοβερή θαλασσοταραχή. Η σχεδία διαλύεται και ο Οδυσσέας παλεύει με τα κύματα πάνω σε μια σανίδα. Η θεά Λευκοθέα τον συμπονά και του χαρίζει ένα σωσίβιο μαντίλι. Αυτός το ζώνεται, πετά τα ρούχα του και πηδά στη θάλασσα. Ο Ποσειδώνας φεύγει με χαιρέκακη ικανοποίηση, οπότε η Αθηνά επεμβαίνει και κατευνάζει κάπως τη θύελλα.


Ο Οδυσσέας κατασκευάζει την Σχεδία του

Δύο μέρες ακόμα θαλασσοδέρνεται ο Οδυσσέας, ώσπου την τρίτη (31η) καταφέρνει με τη βοήθεια της Αθηνάς να προσεγγίσει την ακτή της Σχερίας και να φτάσει στις εκβολές ενός ποταμού. Προσεύχεται στον ποταμό να τον σώσει και ο ποταμός τον δέχεται. Ο Οδυσσέας, γυμνός και εξαθλιωμένος, βγαίνει στη στεριά και καταφεύγει σ’ ένα δάσος, όπου κοιμάται βαθιά κρυμμένος στους θάμνους.

Ο Οδυσσέας παλεύοντας με τα κύματα


Ραψωδία ζ : Ὀδυσσέως ἄφιξις εἰς Φαίακας.

Η Λευκοθέα σώζει τον Οδυσσέα

Όσο ο Οδυσσέας κοιμάται, η Αθηνά πηγαίνει στην πόλη των Φαιάκων και εμφανίζεται στο όνειρο της Ναυσικάς, της κόρης του βασιλιά Αλκίνοου, παίρνοντας τη μορφή μιας φίλης της. Της θυμίζει πως βρίσκεται σε ηλικία γάμου και την προτρέπει να κατέβει στο ποτάμι να πλύνει τα ρούχα της. Το άλλο πρωί (32η μέρα) η Ναυσικά ζητά από τον πατέρα της αμάξι και με τις φίλες της κατεβαίνουν στο ποτάμι. Αφού πλύνουν τα ρούχα, λούζονται, γευματίζουν και παίζουν με το τόπι φωνάζοντας και τραγουδώντας.
Η άφιξη του Οδυσσέα στην Σχερία

Ο Οδυσσέας ξυπνά σαστισμένος και αναρωτιέται πού βρίσκεται. Αποφασίζει να βγει από τους θάμνους κρύβοντας όπως-όπως τη γύμνια του. Τα κορίτσια σκορπίζονται τρομαγμένα, εκτός από τη Ναυσικά, που την εμψυχώνει η Αθηνά. 

Ο Οδυσσέας πίσω από τους θάμνους 

Κρατώντας απόσταση ο Οδυσσέας επαινεί την ομορφιά της κόρης και της εύχεται έναν ευτυχισμένο γάμο. Της περιγράφει την κατάστασή του και την εκλιπαρεί να του δείξει το δρόμο για την πόλη και να του δώσει ένα κουρέλι να σκεπαστεί. Η Ναυσικά αναγνωρίζει την ευγένεια που κρύβει η εξαθλίωμένη όψη του και τον διαβεβαιώνει πως είναι καλοδεχούμενος σ’ αυτή τη χώρα. Φωνάζει στις φίλες της να μη φοβούνται και να περιποιηθούν τον ξένο.

Ο Οδυσσέας συναντάει την Ναυσικά

Ο Οδυσσέας από σεβασμό στις νεαρές κοπέλες λούζεται παράμερα και η Αθηνά τον περιβάλλει με θεϊκή ομορφιά. Θαμπωμένη η Ναυσικά, εύχεται να ’ναι τέτοιος και ο άντρας που θα την παντρευτεί. Καλεί τον Οδυσσέα στο παλάτι, για να μην κακοχαρακτηριστεί όμως, του δίνει οδηγίες να την ακολουθήσει ως το άλσος της Αθηνάς, έξω από την πόλη. Αφού μείνει λίγο εκεί μέχρι να γυρίσει η ίδια στο σπίτι, να ζητήσει να του δείξουν το παλάτι του Αλκίνοου και εκεί να πέσει ικέτης στα γόνατα της βασίλισσας. Η Ναυσικά ξεκινά, οι φίλες της κι ο Οδυσσέας ακολουθούν. Το σούρουπο φτάνουν στο άλσος και ο Οδυσσέας προσεύχεται στην Αθηνά να τον καλοδεχτούν οι Φαίακες.


Η Ναυσικά οδηγεί τον Οδυσσέα στο παλάτι του Αλκίνοου


 Ραψωδία η : Ὀδυσσέως εἴσοδος πρὸς Ἀλκίνουν.

Αθηνά Παλλάδα

Η Ναυσικά φτάνει στο παλάτι και ο Οδυσσέας ξεκινά από το άλσος για την πόλη. Η Αθηνά εμφανίζεται στο δρόμο του με τη μορφή νεαρού κοριτσιού και του δείχνει το δρόμο καλύπτοντάς τον με ομίχλη για να μην αντιμετωπίσει προβλήματα με τους ντόπιους. Του μιλά για τους Φαίακες και τη βασίλισσα Αρήτη και τον συμβουλεύει να απευθυνθεί πρώτα σ’ εκείνη την...
Ο Οδυσσέας φτάνει στο παλάτι και μένει έκθαμβος : χρυσάφι, ασήμι και χαλκός παντού, υφαντά, πλήθος δούλοι κι ένα παραδεισένιο περιβόλι. Μέσα τρώνε και πίνουν οι άρχοντες των Φαιάκων. Πλησιάζει την Αρήτη και τότε εξαφανίζεται η ομίχλη που τον σκέπαζε. Σαστισμένοι οι θαμώνες βλέπουν τον ξένο να πέφτει ικέτης στα πόδια της βασίλισσας παρακαλώντας να τον στείλουν στην πατρίδα του. Μετά την πρώτη αμηχανία, ο Αλκίνοος προσφέρει τη φιλοξενία του και καλεί τους άρχοντες των Φαιάκων να οργανώσουν επίσημη υποδοχή για τον ξένο την επόμενη ημέρα, μήπως και είναι κάποιος θεός. Ο Οδυσσέας διαβεβαιώνει πως δεν είναι θεός και επαναλαμβάνει την παράκλησή του.

Ο Οδυσσέας ενώπιον του Ναού της Αθηνάς

Οι υπόλοιποι Φαίακες φεύγουν. Η Αρήτη τον ρωτά ποιος είναι και πώς έφτασε εκεί. Ο Οδυσσέας αφηγείται με συντομία το ναυάγιό του, την επτάχρονη παραμονή του στην Καλυψώ, το πολυτάραχο ταξίδι του ως στη Σχερία και τη συνάντησή του με τη Ναυσικά, δεν αποκαλύπτει όμως την ταυτότητά του. Ο Αλκίνοος, εντυπωσιασμένος από τον ξένο, εύχεται να τον κάνει γαμπρό του. Υπόσχεται όμως πως οι Φαίακες θα τον οδηγήσουν στην πατρίδα του, αν εκείνος το προτιμά...


Ραψωδία θ : Ὀδυσσέως σύστασις πρὸς Φαίακας.

Το επόμενο πρωί (33η μέρα της Οδύσσειας) συγκεντρώνονται οι άρχοντες των Φαιάκων στη συνέλευση και ο Αλκίνοος παρουσιάζει τον ξένο του, ζητά να ετοιμαστεί καράβι και τους καλεί όλους για το τραπέζι της υποδοχής στο παλάτι. Το παλάτι γεμίζει κόσμο και ο αοιδός Δημόδοκος καταφθάνει. Μετά το φαγητό τραγουδά για μια φιλονικία του Οδυσσέα με τον Αχιλλέα στην Τροία. Ο Οδυσσέας, που ακούει χωρίς να αποκαλύπτει την ταυτότητά του, συγκινείται, αλλά κρύβει τα δάκρυά του. Για να διασκεδάσει τη θλίψη του ο Αλκίνοος καλεί τα παλληκάρια των Φαιάκων σε αθλητικούς αγώνες.
Όλοι κατεβαίνουν πάλι στην αγορά και οι νέοι διαγωνίζονται στα αθλήματα. Στο τέλος καλούν και τον Οδυσσέα να αγωνιστεί, καθώς φαίνεται ακόμα νέος και δυνατός. Ο Οδυσσέας αρνείται αρχικά, όταν όμως ο Ευρύαλος τον προκαλεί εριστικά, θυμώνει, πιάνει το βαρύτερο δίσκο και τον πετάει μακρύτερα απ’ όλους τους άλλους. Στρέφεται στους άφωνους Φαίακες και τους αποκαλύπτει πως ήταν πρώτος απ’ όλους στον πόλεμο της Τροίας. Ο Αλκίνοος απαντά εκθειάζοντας τις αρετές του λαού του στη ναυσιπλοΐα, το γλέντι και την καλοπέραση.

Ο Δημόδοκος εξιστορεί με τα τραγούδια του τα τεκταινόμενα στην Τροία

Η ένταση χαλαρώνει κι αρχίζει ο χορός. Ο Δημόδοκος τραγουδά τους έρωτες του Άρη και της Αφροδίτης και την επ’ αυτοφώρω σύλληψή τους από τον απατημένο σύζυγο, τον Ήφαιστο : Αόρατα χρυσά δεσμά είχε βάλει στο συζυγικό του κρεβάτι κι όταν παγιδεύτηκαν οι παράνομοι εραστές, κάλεσε τους υπόλοιπους θεούς ως μάρτυρες του παθήματός του. Μόνο αποτέλεσμα όμως ήταν τ’ ασυγκράτητα γέλια των θεών (ἄσβεστος δ᾽ ἄρ᾽ ἐνῶρτο γέλως μακάρεσσι θεοῖσι, θ 326). Ο Αλκίνοος διαισθάνεται πια πως ο ξένος δεν είναι κάποιος τυχαίος και προτείνει στους άρχοντες των Φαιάκων να του χαρίσουν πολύτιμα δώρα. Ο Ευρύαλος χαρίζει το ξίφος του και συμφιλιώνεται με τον ξένο.
Το σούρουπο καταφθάνουν τα δώρα των υπόλοιπων αρχόντων και όλοι επιστρέφουν στο παλάτι. Μετά το λουτρό ο Οδυσσέας συναντά τη Ναυσικά, που τον θαυμάζει και της υπόσχεται να την τιμά σαν θεά, όταν φτάσει του γυρισμού η μέρα (νόστιμον ἦμαρ, θ 466). Το γλέντι αρχίζει και ο Δημόδοκος πιάνει τη λύρα. Ο Οδυσσέας τον επαινεί και του ζητά να τραγουδήσει για το Δούρειο Ίππο. Για δεύτερη φορά ακούει να υμνούν τα κατορθώματά του στην Τροία και πνίγεται στο κλάμα. Ο Αλκίνοος διακόπτει τον αοιδό και αρχίζει τις ερωτήσεις: ποιος είναι, σε ποια πατρίδα να τον οδηγήσει το καράβι των Φαιάκων, σε ποιες χώρες περιπλανήθηκε; Κι ακόμα, γιατί κλαίει κάθε φορά που ακούει για την Τροία;


Ραψωδία ι : Ἀλκίνου ἀπόλογοι. Κυκλώπεια.


Ο Οδυσσέας τυφλώνει τον Πολύφημο 

Οι ραψωδίες ι-μ είναι σε πρώτο πρόσωπο. Μιλά ο Οδυσσέας στους Φαίακες. Αποκαλύπτει ποιος είναι και εξιστορεί τις περιπλανήσεις και τις περιπέτειές του. Από το Ίλιο ο άνεμος έφερε τα πλοία του Οδυσσέα στους Κίκονες, συμμάχους των Τρώων. Κατέστρεψε και λεηλάτησε την πόλη τους, αλλά οι σύντροφοί του, μεθυσμένοι από κρασί κι από αίμα, δεν ήθελαν να τον ακούσουν και να φύγουν από εκεί. Οι Κίκονες αντεπετέθηκαν κι ο Οδυσσέας αναγκάστηκε να μπει στα πλοία με απώλειες. Θυελλώδεις άνεμοι τους έσπρωξαν στη γη των Λωτοφάγων. Τρεις άντρες του γεύτηκαν τον λωτό που τους έδωσαν οι ντόπιοι, ξέχασαν την πατρίδα τους και ήθελαν να μείνουν εκεί. Τους πήρε διά της βίας και έκαναν βιαστικά πανιά. Ύστερα έφτασαν στη χώρα των Κυκλώπων όπου το ανήσυχο πνεύμα του Οδυσσέα τον έβαλε σε νέες περιπέτειες. Θέλοντας να μάθει τί είδους όντα κατοικούσαν αυτή την χώρα, μπήκε στη σπηλιά του Κύκλωπα Πολύφημου που του καταβρόχθισε έξι συντρόφους. Τελικά με τεχνάσματα, μεθώντας, τυφλώνοντας κι εξαπατώντας τον Κύκλωπα, μπόρεσε να διαφύγει.

Ο Πολύφημος καταδιώκει τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του


Ραψωδία κ : Τὰ περὶ Αἰόλου καὶ  Λαιστρυγόνων καὶ Κίρκης.

Οι Λαιστριγόνες  - Jan Styka

Ήρθαν μετά στο νησί του Αιόλου, του θεού των ανέμων. Αυτός τους καλοδέχτηκε κι όταν ήρθε η ώρα να φύγουν, έκλεισε μέσα σ’ ένα ασκό όλους τους ανέμους και τον έδωσε στον Οδυσσέα. Ελεύθερο άφησε μόνο τον Ζέφυρο, τον δυτικό άνεμο, που θα τους πήγαινε στην πατρίδα. Αλλά η απληστία των συντρόφων του που νόμισαν ότι ο Αίολος του είχε δώσει θησαυρούς, στάθηκε η καταστροφή τους. Ενώ φαινόταν πια η Ιθάκη, άνοιξαν τον ασκό και οι άνεμοι εξαπολύθηκαν. Τους έφεραν στην χώρα των ανθρωποφάγων Λαιστρυγόνων, όπου ο Οδυσσέας έχασε όλα του τα πλοία αύτανδρα εκτός από το δικό του. Ύστερα ήρθαν στην Αία, στο νησί της μάγισσας Κίρκης που μεταμόρφωσε τους συντρόφους του σε χοίρους. Αλλά ο Οδυσσέας, με την βοήθεια του Ερμή, εξουδετέρωσε τα μάγια της θεάς που είχαν στόχο τον ίδιο, έγινε εραστής της και την έπεισε ν’ αποδώσει την ανθρώπινη μορφή στους συντρόφους του. Έμειναν εκεί ένα χρόνο.

Η Κίρκη


Ο Οδυσσέας απειλεί την Κίρκη

Ο Οδυσσέας στο κρεβάτι της Κίρκης

Ραψωδία λ : Νέκυια.
Ο Οδυσσέας συναντά τον Τειρεσία

Ο Οδυσσέας προσπαθεί να αγκαλιάσει την ψυχή της Αντίκλειας 

Καθ’ υπόδειξιν της Κίρκης ο Οδυσσέας πηγαίνει στη χώρα των Κιμμερίων, όπου βασιλεύει το σκοτάδι. Ακολουθώντας τις οδηγίες της θεάς, καλεί τις ψυχές των νεκρών. Ο μάντης Τειρεσίας του αποκαλύπτει ότι ο Ποσειδώνας είναι οργισμένος μαζί του γιατί τύφλωσε τον γιο του Πολύφημο αλλά προλέγει ότι θα σωθεί τελικά, θα τιμωρήσει τους μνηστήρες και θα έχει ήσυχο τέλος σε βαθιά γεράματα. Επίσης προφητεύει και κάποιες άλλες περιπέτειες του Οδυσσέα, μετά την μνηστηροφονία. Οι σύντροφοι που του απέμειναν θα σωθούν κι αυτοί, αν δεν πειράξουν τις αγελάδες του Ήλιου που θα βρουν στο δρόμο τους. Ύστερα εμφανίζεται η ψυχή της μητέρας του, που δεν ήξερε ότι πέθανε, η Αλκμήνη, η Ιοκάστη, η Φαίδρα και η Αριάδνη. Έρχονται μετά οι ψυχές των ανδρών. Ο Αγαμέμνων διεκτραγωδεί το οικτρό του τέλος κι ο Αχιλλέας του λέει ότι θα προτιμούσε να είναι δούλος του πιο φτωχού ανθρώπου, αλλά ζωντανός, παρά βασιλιάς στον Άδη. Εμφανίζονται επίσης οι ψυχές του Μίνωα, του Τάνταλου, του Σίσυφου, του Ηρακλή και άλλων.


Ο Οδυσσέας συνομιλεί με τους νεκρούς συμπολεμιστές του


Ραψωδία μ : Σειρῆνες. Σκύλλα. Χάρυβδις. Βόες Ἡλίου.

Οι Σειρήνες

Επιστρέφοντας από τον Κάτω Κόσμο ο Οδυσσέας περνά πάλι από το νησί της Κίρκης, όπου η μάγισσα του δίνει συμβουλές για ν’ αντιμετωπίσει τα εμπόδια που θα βρει στον δρόμο του. 
Το πλοίο περνά από το νησί των Σειρήνων και, ακολουθώντας τις οδηγίες της Κίρκης, ο Οδυσσέας βουλώνει με κερί τ’ αυτιά των συντρόφων που τον δένουν σφιχτά στο κατάρτι κι ακούει το μαγευτικό τραγούδι τους χωρίς να υποστεί το τραγικό τέλος όσων το είχαν ακούσει. Ύστερα πέρασαν από το στενό της Σκύλλας και της Χάρυβδης, όπου τα έξι κεφάλια του φοβερού τέρατος, της Σκύλλας, άρπαξαν έξι συντρόφους του Οδυσσέα. Τέλος έφτασαν στο νησί του Ήλιου. Ο Οδυσσέας επανέλαβε στους συντρόφους την προειδοποίηση του Τειρεσία και της Κίρκης να μη πειράξουν τα βόδια του Ήλιου, αλλά οι άνεμοι ήταν ενάντιοι, οι προμήθειες τελείωσαν και οι άντρες άρχισαν να πεινούν. Τελικά έσφαξαν κι έφαγαν τις αγελάδες την ώρα που ο Οδυσσέας κοιμόταν. Ο Ήλιος παραπονέθηκε στον Δία κι αυτός σήκωσε θύελλα τρομερή και χτύπησε με κεραυνό το πλοίο. Όλοι οι σύντροφοι του Οδυσσέα χάθηκαν κι αυτός έφτασε ύστερα από εννιά μέρες, άθλιος ναυαγός, στο νησί των Φαιάκων.


Ανάμεσα στην Σκύλα και την Χάρυβδη

Η σφαγή των Βοδιών του Ήλιου


Ραψωδία ν : Ὀδυσσέως ἀπόπλους παρὰ Φαιάκων. Ὀδυσσέως ἄφιξις εἰς Ἰθάκην.

Το πλοίο των Φαιάκων

Εδώ τελειώνει η αφήγηση του Οδυσσέα. Οι Φαίακες τον κατευοδώνουν με πλούσια δώρα και τον φέρνουν με το πλοίο τους στην Ιθάκη. Κατά την επιστροφή τους, ο οργισμένος Ποσειδώνας μεταμορφώνει το πλοίο σε βράχο. Η Αθηνά έρχεται και καθοδηγεί τον Οδυσσέα. Του λέει να πάει να συναντήσει τον χοιροβοσκό του τον Εύμαιο και τον μεταμορφώνει σε ελεεινό γέρο ζητιάνο.


Οι Φαίακες εναποθέτουν τον κοιμισμένο Οδυσσέα στην ακτή της Ιθάκης

Ο Οδυσσέας συγκινημένος φιλάει το χώμα της Ιθάκης

Η Αθηνά καθοδηγεί τον Οδυσσέα


Ραψωδία ξ : Ὀδυσσέως πρὸς Εὔμαιον ὁμιλία.


Ο Οδυσσέας έρχεται στον Εύμαιο που τον φιλοξενεί εγκάρδια και θρηνεί για τον αφέντη του που χάθηκε πια και για τις προσβολές του οίκου του από τους μνηστήρες. Ο ζητιάνος-Οδυσσέας του λέει πως είναι Κρητικός και διηγείται φανταστικές του περιπέτειες καταλήγοντας ότι ο Οδυσσέας έρχεται πίσω του. Ο Εύμαιος δεν πείθεται αλλά ο Οδυσσέας βεβαιώνεται για την αφοσίωσή του.

Ο Εύμαιος καλωσορίζει τον Οδυσσέα στην καλύβα του


Ραψωδία ο : Τηλεμάχου πρὸς Εὔμαιον ἄφιξις.

Ο Τηλέμαχος προσκαλεί τον Θεοκλύμενο στο πλοίο του

Η Αθηνά παρουσιάζεται στον Τηλέμαχο που είναι ακόμη στην Σπάρτη, τον παρακινεί να επιστρέψει στην Ιθάκη και τον συμβουλεύει πώς ν’ αποφύγει την ενέδρα των μνηστήρων. Ο τηλέμαχος φεύγει με πλούσια δώρα του Μενέλαου και της Ελένης και, πριν μπει στην πόλη της Πύλου, επιβιβάζεται στο πλοίο του και ξεκινά. Μαζί του παίρνει και τον μάντη Θεοκλύμενο, φυγάδα από το Άργος για φόνο που έκανε εκεί. Στην Ιθάκη ο ζητιάνος-Οδυσσέας προσποιείται ότι θέλει να ξεκινήσει αμέσως για το παλάτι αλλά ο Εύμαιος τον συμβουλεύει να περιμένει τον Τηλέμαχο. Μιλά ύστερα για την άθλια ζωή του πατέρα του Οδυσσέα Λαέρτη, για τον θάνατο της μητέρας του από μαρασμό και διηγείται και την δική του θλιβερή ιστορία. Τέλος, φτάνει ο Τηλέμαχος.


Ραψωδία π : Τηλεμάχου ἀναγνωρισμὸς Ὀδυσσέως.

Ο Τηλέμαχος αναγνωρίζει τον πατέρα του

Ο Εύμαιος φεύγει για ν’ αναγγείλει στην Πηνελόπη την επιστροφή του Τηλέμαχου και η Αθηνά ξαναδίνει στον Οδυσσέα την παραγματική του μορφή. Ο Τηλέμαχος αναγνωρίζει τον πατέρα του, και καταστρώνουν οι δυο τους σχέδια για την εξόντωση των μνηστήρων. Αυτοί από την μεριά τους ετοιμάζουν δικά τους σχέδια για τον θάνατο του Τηλέμαχου που ξέφυγε από την ενέδρα τους. Η Πηνελόπη τα μαθαίνει και τους κατηγορεί κι αυτοί την καθησυχάζουν με απατηλές υποσχέσεις.


Ραψωδία ρ : Τηλεμάχου ἐπάνοδος πρὸς Ἰθάκην.

Η άφιξη του Τηλεμάχου στην Ιθάκη

Ο Τηλέμαχος επιστρέφει στο παλάτι όπου τον υποδέχονται η Πηνελόπη και η τροφός Ευρύκλεια. Διηγείται το ταξίδι του και λέει ότι ο Οδυσσέας είναι ακόμη στο νησί της Καλυψώς. Ο Θεοκλύμενος όμως που έχει έρθει μαζί του προφητεύει ότι ο Οδυσσέας έχει φτάσει και ετοιμάζει όλεθρο για τους μνηστήρες. Ο Εύμαιος και ο ζητιάνος-Οδυσσέας φτάνουν στο παλάτι, όπου ο τελευταίος αναγνωρίζεται από τον γερασμένο σκύλο του Άργο που αμέσως μετά αφήνει την τελευταία του πνοή. Ο Οδυσσέας μπαίνει στην αίθουσα του συμποσίου και με προτροπή του Αντίνοου ζητιανεύει από τους μνηστήρες αλλά ο Αντίνοος τον βρίζει και τον χτυπά. Η Πηνελόπη αγανακτεί με τη συμπεριφορά αυτή και, μαθαίνοντας από τον Εύμαιο ότι ο ξένος είναι ταξιδεμένος και ξέρει για τον Οδυσσέα, ζητά να του μιλήσει. Ο Οδυσσέας φροντίζει ν’ αναβληθεί η συνάντηση για το βράδυ.


Ο Οδυσσέας και ο Εύμαιος κατευθύνονται στο παλάτι και ο Άργος
αναγνωρίζει το αφεντικό του


Ραψωδία σ : Ὀδυσσέως καὶ Ἴρου πυγμή.

Ο Οδυσσέας διώχνει από το παλάτι τον ζητιάνο Ίρο

Εμφανίζεται και άλλος ζητιάνος, ο Ίρος. Αγανακτεί με τον Οδυσσέα που ζητιανεύει στα μέρη του και τον προκαλεί. Ο Οδυσσέας προσπαθεί να τον αποφύγει αλλά ο Αντίνοος τους παρακινεί να πυγμαχήσουν και αθλοθετεί μάλιστα μόνιμη διατροφή για τον νικητή. Χτυπιούνται και νικά ο Οδυσσέας. Η Πηνελόπη δίνει ελπίδες στους μνηστήρες και τους αποσπά δώρα. Η δούλα της Μελανθώ κι ο εραστής της τελευταίας μνηστήρας Ευρύμαχος, τον κακομεταχειρίζονται.


Ραψωδία τ : Ὀδυσσέως καὶ Πηνελόπης ὁμιλία. Τὰ νίπτρα.


Ο τραυματισμός του Οδυσσέα από τον κάπρο

Ο Τηλέμαχος με διάφορες προφάσεις απομακρύνει τα όπλα από την μεγάλη αίθουσα κ’ ύστερα αποσύρεται. Η Μελανθώ αποπαίρνει και πάλι τον Οδυσσέα αλλά η Πηνελόπη την επιπλήττει και αρχίζει να συζητά με τον «ξένο». Του λέει για το τέχνασμα με τον πέπλο, αλλά δηλώνει πως δεν αντέχει πια στις πιέσεις των μνηστήρων και των γονέων της και θα πρέπει να ξαναπαντρευτεί. Ο Οδυσσέας μιλά για τον εαυτό του και της λέει μισές αλήθειες. Στα πλαίσια της φιλοξενίας της Πηνελόπης, η γριά τροφός του Οδυσσέα Ευρύκλεια του πλένει τα πόδια αλλά βλέπει την παλιά πληγή από δόντια κάπρου που είχε και τον αναγνωρίζει. Ο Οδυσσέας της επιβάλλει σιωπή και συνεχίζει την συζήτηση με την Πηνελόπη. Αυτή του λέει ότι θα πάρει άντρα της αυτόν που θα μπορέσει να τεντώσει το τόξο του Οδυσσέα και να διαπεράσει με το βέλος τις εγκοπές των λεπίδων δώδεκα πελέκεων, πράγμα που μόνο ο ίδιος μπορούσε να κάνει.


Η Ευρύκλεια αναγνωρίζει τον Οδυσσέα 


Ραψωδία υ : Τὰ πρὸ τῆς μνηστηροφονίας.

Η Πηνελόπη με το Τόξο του Οδυσσέα

Ο Οδυσσέας αγρυπνά μελετώντας τον όλεθρο των μνηστήρων και των γυναικών του παλατιού του που συνήψαν σχέσεις μαζί τους, μέχρι που η Αθηνά «χύνει ύπνο στα ματόφυλλά του». Αλλά ούτε η Πηνελόπη μπορεί να κοιμηθεί. Το πρωί έρχονται βοσκοί του Οδυσσέα που τον περιγελούν αλλά αυτός βεβαιώνεται για την αφοσίωση ενός ακόμη από τους ανθρώπους του, του Φιλοίτιου. Οι μνηστήρες εν τω μεταξύ, προετοιμάζοντας τον χαμό του Τηλέμαχου, περιγελούν τον Οδυσσέα καθώς και τον Θεοκλύμενο που προφητεύει τον χαμό τους.


Ραψωδία φ : Τόξου θέσις.

Η Πηνελόπη αναγγέλλει τον διαγωνισμό του Τόξου









Η Πηνελόπη φέρνει το τόξο και την φαρέτρα με τα βέλη, και καλεί τους μνηστήρες να διαγωνιστούν. Όποιος τεντώσει το τόξο και διαπεράσει με το βέλος τους δώδεκα πελέκεις, θα την κάνει γυναίκα του. Ο Τηλέμαχος επιχειρεί πρώτος για να φανεί άξιος γιος του πατέρα του. Τα καταφέρνει σχεδόν αλλά ο Οδυσσέας του κάνει νόημα κι εγκαταλείπει την προσπάθεια. Οι μνηστήρες αρχίζουν να δοκιμάζουν χωρίς επιτυχία κι ο Οδυσσέας παίρνει παράμερα τον Εύμαιο και τον Φιλοίτιο, αποκαλύπτεται και τους δίνει οδηγίες για την παγίδευση των μνηστήρων. Ο Οδυσσέας ξαναμπαίνει στην αίθουσα, όπου εν τω μεταξύ έχουν αποτύχει όλοι οι μνηστήρες, και ζητά να δοκιμάσει κι αυτός. Ο Αντίνοος αποκρούει το αίτημα περιφρονητικά, αλλά η Πηνελόπη δέχεται, μια και το μόνο που μπορεί να κερδίσει ο ξένος είναι πλούσια δώρα. Ο Τηλέμαχος επεμβαίνει, διώχνει την μητέρα του από την αίθουσα κι επιμένει να δοκιμάσει κι ο ξένος. Ο Εύμαιος δίνει το τόξο στον Οδυσσέα και παραγγέλει στην Ευρύκλεια να κλείσει καλά όλες τις πόρτες. Ο Οδυσσέας τεντώνει εύκολα το τόξο, οι μνηστήρες χλωμιάζουν κι ο Δίας στέλνει βροντή, θεϊκό σημάδι. Το βέλος του Οδυσσέα διαπερνά τους πελέκεις κι ο Τηλέμαχος έρχεται δίπλα του ζωσμένος τα όπλα του.


Ο Οδυσσέας με τον Τηλέμαχο επιτίθενται  στους μνηστήρες 


Ραψωδία χ : Μνηστηροφονία.


Ο Οδυσσέας σκοτώνει τους μνηστήρες

Ο Οδυσσέας πετά τα κουρέλια του, παίρνει άλλο βέλος και σκοτώνει τον Αντίνοο. Λέει στους μνηστήρες ποιος είναι και ότι τώρα θα πληρώσουν για όλα. Ο Ευρύμαχος προτείνει αποζημίωση, ο Οδυσσέας αρνείται κ’ οι μνηστήρες αποφασίζουν ν’ αντισταθούν έστω και με τα κοντομάχαιρά τους. Ο Οδυσσέας τοξεύει και τον Ευρύμαχο κι ο Τηλέμαχος σκοτώνει τον Αμφίνομο. Όσο είχε βέλη ο Οδυσσέας σκότωνε μνηστήρες κ’ ύστερα φόρεσαν πανοπλίες, αυτός, ο Τηλέμαχος, ο Εύμαιος κι ο Φιλοίτιος. Αλλά κ’ οι μνηστήρες οπλίζονται, με προδοσία ενός άλλου βοσκού του Οδυσσέα. Αρχίζει η φονική σύγκρουση και τελικά, με την απαραίτητη βοήθεια της Αθηνάς, οι μνηστήρες εξολοθρεύονται όλοι. Με θάνατο τιμωρούνται επίσης οι δούλες που είχαν σχέσεις με τους μνηστήρες και ο βοσκός που πρόδωσε. Ύστερα ο Οδυσσέας έκανε καθαρμό με θειάφι για το φοβερό φονικό.


Ραψωδία ψ : Ὀδυσσέως ὑπὸ Πηνελόπης ἀναγνωρισμὸς.

Η Πηνελόπη αναγνωρίζει τον Οδυσσέα

Η Ευρύκλεια φέρνει στην Πηνελόπη την είδηση για την επιστροφή του Οδυσσέα και τον φόνο των μνηστήρων αλλά αυτή δεν μπορεί να την πιστέψει : «Κάποιος θεός τους σκότωσε για τα άνομά τους έργα». Ο Οδυσσέας διατάζει να μη μαθευτεί ακόμη ο φόνος των μνηστήρων στην πόλη και καταστρώνει σχέδια για την άμυνα έναντι των συγγενών τους. Όταν οι δύο σύζυγοι συναντιούνται τελικά, ο ζητιάνος έχει πάλι το παράστημα και την ομορφιά του Οδυσσέα αλλά η Πηνελόπη διστάζει ακόμη και επιχειρεί να του στήσει μια μικρή παγίδα. Προστάζει την Ευρύκλεια να στρώσει στον Οδυσσέα να κοιμηθεί στο νυφικό κρεβάτι που βρίσκεται -δήθεν- έξω από την κρεβατοκάμαρα. Ο Οδυσσέας αγανακτεί : Ποιος ήταν αυτός που μετακίνησε το κρεβάτι του, αλλά και πώς μπόρεσε, που αυτός ο ίδιος το έκανε αμετακίνητο και το στόλισε με χρυσάφι, φίλντισι κι ασήμι ; Μετά από αυτές τις λεπτομέρειες η Πηνελόπη πείθεται επί τέλους κι αγκαλιάζονται κλαίγοντας. Η νύχτα -που η Αθηνά φροντίζει να την επιμηκύνει- περνά με έρωτα και διηγήσεις των παθημάτων τους. Ύστερα ο Οδυσσέας πηγαίνει στην εξοχή για να συναντήσει τον πατέρα του Λαέρτη.


Ραψωδία ω : Νέκυια δευτέρα. Σπονδαὶ. 
Οι ψυχές των νεκρών μνηστήρων οδηγούνται στον Άδη από τον Ερμή

Οι ψυχές των σκοτωμένων μνηστήρων φτάνουν στον Άδη κι εκεί διηγούνται το τι συνέβη στους νεκρούς φίλους του Οδυσσέα, Αχιλλέα, Αγαμέμνονα, Αίαντα. Ο Αγαμέμνων βέβαια κάνει την σύγκριση Πηνελόπης και Κλυταιμνήστρας. Ο Οδυσσέας πηγαίνει στον υπέργηρο πατέρα του Λαέρτη που είχε αποσυρθεί σ’ ένα κτήμα. Παρουσιάζεται σαν ξένος αλλά τελικά φανερώνει ποιος είναι. Όταν η είδηση της σφαγής των μνηστήρων διαδίδεται στην πόλη, οι συγγενείς τους οπλίζονται κι επιτίθενται στον Οδυσσέα και στους δικούς του. Με παρέμβαση της Αθηνάς η επίθεση αποκρούεται και επέρχεται συμφιλίωση.


Ο Οδυσσέας συναντά τον πατέρα του Λαέρτη

Η παρέμβαση της Αθηνάς για συμφιλίωση



Η περίληψη των Ραψωδιών  από την Βικιπαίδεια 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...