 |
Η άφιξη του Οδυσσέα στην Σχερία |
Ο Οδυσσέας ξυπνά σαστισμένος και αναρωτιέται πού βρίσκεται. Αποφασίζει να βγει από τους θάμνους κρύβοντας όπως-όπως τη γύμνια του. Τα κορίτσια σκορπίζονται τρομαγμένα, εκτός από τη Ναυσικά, που την εμψυχώνει η Αθηνά.
 |
Ο Οδυσσέας πίσω από τους θάμνους |
Κρατώντας απόσταση ο Οδυσσέας επαινεί την ομορφιά της κόρης και της εύχεται έναν ευτυχισμένο γάμο. Της περιγράφει την κατάστασή του και την εκλιπαρεί να του δείξει το δρόμο για την πόλη και να του δώσει ένα κουρέλι να σκεπαστεί. Η Ναυσικά αναγνωρίζει την ευγένεια που κρύβει η εξαθλίωμένη όψη του και τον διαβεβαιώνει πως είναι καλοδεχούμενος σ’ αυτή τη χώρα. Φωνάζει στις φίλες της να μη φοβούνται και να περιποιηθούν τον ξένο.
 |
Αθηνά Παλλάδα |
Η Ναυσικά φτάνει στο παλάτι και ο Οδυσσέας ξεκινά από το άλσος για την πόλη. Η Αθηνά εμφανίζεται στο δρόμο του με τη μορφή νεαρού κοριτσιού και του δείχνει το δρόμο καλύπτοντάς τον με ομίχλη για να μην αντιμετωπίσει προβλήματα με τους ντόπιους. Του μιλά για τους Φαίακες και τη βασίλισσα Αρήτη και τον συμβουλεύει να απευθυνθεί πρώτα σ’ εκείνη την...
Ο Οδυσσέας φτάνει στο παλάτι και μένει έκθαμβος : χρυσάφι, ασήμι και χαλκός παντού, υφαντά, πλήθος δούλοι κι ένα παραδεισένιο περιβόλι. Μέσα τρώνε και πίνουν οι άρχοντες των Φαιάκων. Πλησιάζει την Αρήτη και τότε εξαφανίζεται η ομίχλη που τον σκέπαζε. Σαστισμένοι οι θαμώνες βλέπουν τον ξένο να πέφτει ικέτης στα πόδια της βασίλισσας παρακαλώντας να τον στείλουν στην πατρίδα του. Μετά την πρώτη αμηχανία, ο Αλκίνοος προσφέρει τη φιλοξενία του και καλεί τους άρχοντες των Φαιάκων να οργανώσουν επίσημη υποδοχή για τον ξένο την επόμενη ημέρα, μήπως και είναι κάποιος θεός. Ο Οδυσσέας διαβεβαιώνει πως δεν είναι θεός και επαναλαμβάνει την παράκλησή του.
 |
Ο Οδυσσέας ενώπιον του Ναού της Αθηνάς |
Οι υπόλοιποι Φαίακες φεύγουν. Η Αρήτη τον ρωτά ποιος είναι και πώς έφτασε εκεί. Ο Οδυσσέας αφηγείται με συντομία το ναυάγιό του, την επτάχρονη παραμονή του στην Καλυψώ, το πολυτάραχο ταξίδι του ως στη Σχερία και τη συνάντησή του με τη Ναυσικά, δεν αποκαλύπτει όμως την ταυτότητά του. Ο Αλκίνοος, εντυπωσιασμένος από τον ξένο, εύχεται να τον κάνει γαμπρό του. Υπόσχεται όμως πως οι Φαίακες θα τον οδηγήσουν στην πατρίδα του, αν εκείνος το προτιμά...
Όλοι κατεβαίνουν πάλι στην αγορά και οι νέοι διαγωνίζονται στα αθλήματα. Στο τέλος καλούν και τον Οδυσσέα να αγωνιστεί, καθώς φαίνεται ακόμα νέος και δυνατός. Ο Οδυσσέας αρνείται αρχικά, όταν όμως ο Ευρύαλος τον προκαλεί εριστικά, θυμώνει, πιάνει το βαρύτερο δίσκο και τον πετάει μακρύτερα απ’ όλους τους άλλους. Στρέφεται στους άφωνους Φαίακες και τους αποκαλύπτει πως ήταν πρώτος απ’ όλους στον πόλεμο της Τροίας. Ο Αλκίνοος απαντά εκθειάζοντας τις αρετές του λαού του στη ναυσιπλοΐα, το γλέντι και την καλοπέραση.
 |
Ο Δημόδοκος εξιστορεί με τα τραγούδια του τα τεκταινόμενα στην Τροία |
Η ένταση χαλαρώνει κι αρχίζει ο χορός. Ο Δημόδοκος τραγουδά τους έρωτες του Άρη και της Αφροδίτης και την επ’ αυτοφώρω σύλληψή τους από τον απατημένο σύζυγο, τον Ήφαιστο : Αόρατα χρυσά δεσμά είχε βάλει στο συζυγικό του κρεβάτι κι όταν παγιδεύτηκαν οι παράνομοι εραστές, κάλεσε τους υπόλοιπους θεούς ως μάρτυρες του παθήματός του. Μόνο αποτέλεσμα όμως ήταν τ’ ασυγκράτητα γέλια των θεών (ἄσβεστος δ᾽ ἄρ᾽ ἐνῶρτο γέλως μακάρεσσι θεοῖσι, θ 326). Ο Αλκίνοος διαισθάνεται πια πως ο ξένος δεν είναι κάποιος τυχαίος και προτείνει στους άρχοντες των Φαιάκων να του χαρίσουν πολύτιμα δώρα. Ο Ευρύαλος χαρίζει το ξίφος του και συμφιλιώνεται με τον ξένο.
Το σούρουπο καταφθάνουν τα δώρα των υπόλοιπων αρχόντων και όλοι επιστρέφουν στο παλάτι. Μετά το λουτρό ο Οδυσσέας συναντά τη Ναυσικά, που τον θαυμάζει και της υπόσχεται να την τιμά σαν θεά, όταν φτάσει του γυρισμού η μέρα (νόστιμον ἦμαρ, θ 466). Το γλέντι αρχίζει και ο Δημόδοκος πιάνει τη λύρα. Ο Οδυσσέας τον επαινεί και του ζητά να τραγουδήσει για το Δούρειο Ίππο. Για δεύτερη φορά ακούει να υμνούν τα κατορθώματά του στην Τροία και πνίγεται στο κλάμα. Ο Αλκίνοος διακόπτει τον αοιδό και αρχίζει τις ερωτήσεις: ποιος είναι, σε ποια πατρίδα να τον οδηγήσει το καράβι των Φαιάκων, σε ποιες χώρες περιπλανήθηκε; Κι ακόμα, γιατί κλαίει κάθε φορά που ακούει για την Τροία;
Ήρθαν μετά στο νησί του Αιόλου, του θεού των ανέμων. Αυτός τους καλοδέχτηκε κι όταν ήρθε η ώρα να φύγουν, έκλεισε μέσα σ’ ένα ασκό όλους τους ανέμους και τον έδωσε στον Οδυσσέα. Ελεύθερο άφησε μόνο τον Ζέφυρο, τον δυτικό άνεμο, που θα τους πήγαινε στην πατρίδα. Αλλά η απληστία των συντρόφων του που νόμισαν ότι ο Αίολος του είχε δώσει θησαυρούς, στάθηκε η καταστροφή τους. Ενώ φαινόταν πια η Ιθάκη, άνοιξαν τον ασκό και οι άνεμοι εξαπολύθηκαν. Τους έφεραν στην χώρα των ανθρωποφάγων Λαιστρυγόνων, όπου ο Οδυσσέας έχασε όλα του τα πλοία αύτανδρα εκτός από το δικό του. Ύστερα ήρθαν στην Αία, στο νησί της μάγισσας Κίρκης που μεταμόρφωσε τους συντρόφους του σε χοίρους. Αλλά ο Οδυσσέας, με την βοήθεια του Ερμή, εξουδετέρωσε τα μάγια της θεάς που είχαν στόχο τον ίδιο, έγινε εραστής της και την έπεισε ν’ αποδώσει την ανθρώπινη μορφή στους συντρόφους του. Έμειναν εκεί ένα χρόνο.
 |
Η Κίρκη |
 |
Ο Οδυσσέας απειλεί την Κίρκη |
 |
Ο Οδυσσέας στο κρεβάτι της Κίρκης |
Ραψωδία λ : Νέκυια.
 |
Ο Οδυσσέας συναντά τον Τειρεσία |
 |
Ο Οδυσσέας προσπαθεί να αγκαλιάσει την ψυχή της Αντίκλειας |
Καθ’ υπόδειξιν της Κίρκης ο Οδυσσέας πηγαίνει στη χώρα των Κιμμερίων, όπου βασιλεύει το σκοτάδι. Ακολουθώντας τις οδηγίες της θεάς, καλεί τις ψυχές των νεκρών. Ο μάντης Τειρεσίας του αποκαλύπτει ότι ο Ποσειδώνας είναι οργισμένος μαζί του γιατί τύφλωσε τον γιο του Πολύφημο αλλά προλέγει ότι θα σωθεί τελικά, θα τιμωρήσει τους μνηστήρες και θα έχει ήσυχο τέλος σε βαθιά γεράματα. Επίσης προφητεύει και κάποιες άλλες περιπέτειες του Οδυσσέα, μετά την μνηστηροφονία. Οι σύντροφοι που του απέμειναν θα σωθούν κι αυτοί, αν δεν πειράξουν τις αγελάδες του Ήλιου που θα βρουν στο δρόμο τους. Ύστερα εμφανίζεται η ψυχή της μητέρας του, που δεν ήξερε ότι πέθανε, η Αλκμήνη, η Ιοκάστη, η Φαίδρα και η Αριάδνη. Έρχονται μετά οι ψυχές των ανδρών. Ο Αγαμέμνων διεκτραγωδεί το οικτρό του τέλος κι ο Αχιλλέας του λέει ότι θα προτιμούσε να είναι δούλος του πιο φτωχού ανθρώπου, αλλά ζωντανός, παρά βασιλιάς στον Άδη. Εμφανίζονται επίσης οι ψυχές του Μίνωα, του Τάνταλου, του Σίσυφου, του Ηρακλή και άλλων.
 |
Ο Οδυσσέας συνομιλεί με τους νεκρούς συμπολεμιστές του |
Ραψωδία μ : Σειρῆνες. Σκύλλα. Χάρυβδις. Βόες Ἡλίου.
 |
Οι Σειρήνες |
Επιστρέφοντας από τον Κάτω Κόσμο ο Οδυσσέας περνά πάλι από το νησί της Κίρκης, όπου η μάγισσα του δίνει συμβουλές για ν’ αντιμετωπίσει τα εμπόδια που θα βρει στον δρόμο του.
Το πλοίο περνά από το νησί των Σειρήνων και, ακολουθώντας τις οδηγίες της Κίρκης, ο Οδυσσέας βουλώνει με κερί τ’ αυτιά των συντρόφων που τον δένουν σφιχτά στο κατάρτι κι ακούει το μαγευτικό τραγούδι τους χωρίς να υποστεί το τραγικό τέλος όσων το είχαν ακούσει. Ύστερα πέρασαν από το στενό της Σκύλλας και της Χάρυβδης, όπου τα έξι κεφάλια του φοβερού τέρατος, της Σκύλλας, άρπαξαν έξι συντρόφους του Οδυσσέα. Τέλος έφτασαν στο νησί του Ήλιου. Ο Οδυσσέας επανέλαβε στους συντρόφους την προειδοποίηση του Τειρεσία και της Κίρκης να μη πειράξουν τα βόδια του Ήλιου, αλλά οι άνεμοι ήταν ενάντιοι, οι προμήθειες τελείωσαν και οι άντρες άρχισαν να πεινούν. Τελικά έσφαξαν κι έφαγαν τις αγελάδες την ώρα που ο Οδυσσέας κοιμόταν. Ο Ήλιος παραπονέθηκε στον Δία κι αυτός σήκωσε θύελλα τρομερή και χτύπησε με κεραυνό το πλοίο. Όλοι οι σύντροφοι του Οδυσσέα χάθηκαν κι αυτός έφτασε ύστερα από εννιά μέρες, άθλιος ναυαγός, στο νησί των Φαιάκων.
 |
Ανάμεσα στην Σκύλα και την Χάρυβδη |
 |
Η σφαγή των Βοδιών του Ήλιου |
Ραψωδία ν : Ὀδυσσέως ἀπόπλους παρὰ Φαιάκων. Ὀδυσσέως ἄφιξις εἰς Ἰθάκην.
 |
Το πλοίο των Φαιάκων |
Εδώ τελειώνει η αφήγηση του Οδυσσέα. Οι Φαίακες τον κατευοδώνουν με πλούσια δώρα και τον φέρνουν με το πλοίο τους στην Ιθάκη. Κατά την επιστροφή τους, ο οργισμένος Ποσειδώνας μεταμορφώνει το πλοίο σε βράχο. Η Αθηνά έρχεται και καθοδηγεί τον Οδυσσέα. Του λέει να πάει να συναντήσει τον χοιροβοσκό του τον Εύμαιο και τον μεταμορφώνει σε ελεεινό γέρο ζητιάνο.
 |
Οι Φαίακες εναποθέτουν τον κοιμισμένο Οδυσσέα στην ακτή της Ιθάκης |
 |
Ο Οδυσσέας συγκινημένος φιλάει το χώμα της Ιθάκης |
 |
Η Αθηνά καθοδηγεί τον Οδυσσέα |
Ραψωδία ξ : Ὀδυσσέως πρὸς Εὔμαιον ὁμιλία.
Ο Οδυσσέας έρχεται στον Εύμαιο που τον φιλοξενεί εγκάρδια και θρηνεί για τον αφέντη του που χάθηκε πια και για τις προσβολές του οίκου του από τους μνηστήρες. Ο ζητιάνος-Οδυσσέας του λέει πως είναι Κρητικός και διηγείται φανταστικές του περιπέτειες καταλήγοντας ότι ο Οδυσσέας έρχεται πίσω του. Ο Εύμαιος δεν πείθεται αλλά ο Οδυσσέας βεβαιώνεται για την αφοσίωσή του.
 |
Ο Εύμαιος καλωσορίζει τον Οδυσσέα στην καλύβα του |
Ραψωδία ο : Τηλεμάχου πρὸς Εὔμαιον ἄφιξις.
 |
Ο Τηλέμαχος προσκαλεί τον Θεοκλύμενο στο πλοίο του |
Η Αθηνά παρουσιάζεται στον Τηλέμαχο που είναι ακόμη στην Σπάρτη, τον παρακινεί να επιστρέψει στην Ιθάκη και τον συμβουλεύει πώς ν’ αποφύγει την ενέδρα των μνηστήρων. Ο τηλέμαχος φεύγει με πλούσια δώρα του Μενέλαου και της Ελένης και, πριν μπει στην πόλη της Πύλου, επιβιβάζεται στο πλοίο του και ξεκινά. Μαζί του παίρνει και τον μάντη Θεοκλύμενο, φυγάδα από το Άργος για φόνο που έκανε εκεί. Στην Ιθάκη ο ζητιάνος-Οδυσσέας προσποιείται ότι θέλει να ξεκινήσει αμέσως για το παλάτι αλλά ο Εύμαιος τον συμβουλεύει να περιμένει τον Τηλέμαχο. Μιλά ύστερα για την άθλια ζωή του πατέρα του Οδυσσέα Λαέρτη, για τον θάνατο της μητέρας του από μαρασμό και διηγείται και την δική του θλιβερή ιστορία. Τέλος, φτάνει ο Τηλέμαχος.
Ραψωδία π : Τηλεμάχου ἀναγνωρισμὸς Ὀδυσσέως.
 |
Ο Τηλέμαχος αναγνωρίζει τον πατέρα του |
Ο Εύμαιος φεύγει για ν’ αναγγείλει στην Πηνελόπη την επιστροφή του Τηλέμαχου και η Αθηνά ξαναδίνει στον Οδυσσέα την παραγματική του μορφή. Ο Τηλέμαχος αναγνωρίζει τον πατέρα του, και καταστρώνουν οι δυο τους σχέδια για την εξόντωση των μνηστήρων. Αυτοί από την μεριά τους ετοιμάζουν δικά τους σχέδια για τον θάνατο του Τηλέμαχου που ξέφυγε από την ενέδρα τους. Η Πηνελόπη τα μαθαίνει και τους κατηγορεί κι αυτοί την καθησυχάζουν με απατηλές υποσχέσεις.
Ραψωδία ρ : Τηλεμάχου ἐπάνοδος πρὸς Ἰθάκην.
 |
Η άφιξη του Τηλεμάχου στην Ιθάκη |
Ο Τηλέμαχος επιστρέφει στο παλάτι όπου τον υποδέχονται η Πηνελόπη και η τροφός Ευρύκλεια. Διηγείται το ταξίδι του και λέει ότι ο Οδυσσέας είναι ακόμη στο νησί της Καλυψώς. Ο Θεοκλύμενος όμως που έχει έρθει μαζί του προφητεύει ότι ο Οδυσσέας έχει φτάσει και ετοιμάζει όλεθρο για τους μνηστήρες. Ο Εύμαιος και ο ζητιάνος-Οδυσσέας φτάνουν στο παλάτι, όπου ο τελευταίος αναγνωρίζεται από τον γερασμένο σκύλο του Άργο που αμέσως μετά αφήνει την τελευταία του πνοή. Ο Οδυσσέας μπαίνει στην αίθουσα του συμποσίου και με προτροπή του Αντίνοου ζητιανεύει από τους μνηστήρες αλλά ο Αντίνοος τον βρίζει και τον χτυπά. Η Πηνελόπη αγανακτεί με τη συμπεριφορά αυτή και, μαθαίνοντας από τον Εύμαιο ότι ο ξένος είναι ταξιδεμένος και ξέρει για τον Οδυσσέα, ζητά να του μιλήσει. Ο Οδυσσέας φροντίζει ν’ αναβληθεί η συνάντηση για το βράδυ.
 |
Ο Οδυσσέας και ο Εύμαιος κατευθύνονται στο παλάτι και ο Άργος αναγνωρίζει το αφεντικό του |
Ραψωδία σ : Ὀδυσσέως καὶ Ἴρου πυγμή.
 |
Ο Οδυσσέας διώχνει από το παλάτι τον ζητιάνο Ίρο |
Εμφανίζεται και άλλος ζητιάνος, ο Ίρος. Αγανακτεί με τον Οδυσσέα που ζητιανεύει στα μέρη του και τον προκαλεί. Ο Οδυσσέας προσπαθεί να τον αποφύγει αλλά ο Αντίνοος τους παρακινεί να πυγμαχήσουν και αθλοθετεί μάλιστα μόνιμη διατροφή για τον νικητή. Χτυπιούνται και νικά ο Οδυσσέας. Η Πηνελόπη δίνει ελπίδες στους μνηστήρες και τους αποσπά δώρα. Η δούλα της Μελανθώ κι ο εραστής της τελευταίας μνηστήρας Ευρύμαχος, τον κακομεταχειρίζονται.
Ραψωδία τ : Ὀδυσσέως καὶ Πηνελόπης ὁμιλία. Τὰ νίπτρα.
 |
Ο τραυματισμός του Οδυσσέα από τον κάπρο |
Ο Τηλέμαχος με διάφορες προφάσεις απομακρύνει τα όπλα από την μεγάλη αίθουσα κ’ ύστερα αποσύρεται. Η Μελανθώ αποπαίρνει και πάλι τον Οδυσσέα αλλά η Πηνελόπη την επιπλήττει και αρχίζει να συζητά με τον «ξένο». Του λέει για το τέχνασμα με τον πέπλο, αλλά δηλώνει πως δεν αντέχει πια στις πιέσεις των μνηστήρων και των γονέων της και θα πρέπει να ξαναπαντρευτεί. Ο Οδυσσέας μιλά για τον εαυτό του και της λέει μισές αλήθειες. Στα πλαίσια της φιλοξενίας της Πηνελόπης, η γριά τροφός του Οδυσσέα Ευρύκλεια του πλένει τα πόδια αλλά βλέπει την παλιά πληγή από δόντια κάπρου που είχε και τον αναγνωρίζει. Ο Οδυσσέας της επιβάλλει σιωπή και συνεχίζει την συζήτηση με την Πηνελόπη. Αυτή του λέει ότι θα πάρει άντρα της αυτόν που θα μπορέσει να τεντώσει το τόξο του Οδυσσέα και να διαπεράσει με το βέλος τις εγκοπές των λεπίδων δώδεκα πελέκεων, πράγμα που μόνο ο ίδιος μπορούσε να κάνει.
 |
Η Ευρύκλεια αναγνωρίζει τον Οδυσσέα |
Ραψωδία υ : Τὰ πρὸ τῆς μνηστηροφονίας.
 |
Η Πηνελόπη με το Τόξο του Οδυσσέα |
Ο Οδυσσέας αγρυπνά μελετώντας τον όλεθρο των μνηστήρων και των γυναικών του παλατιού του που συνήψαν σχέσεις μαζί τους, μέχρι που η Αθηνά «χύνει ύπνο στα ματόφυλλά του». Αλλά ούτε η Πηνελόπη μπορεί να κοιμηθεί. Το πρωί έρχονται βοσκοί του Οδυσσέα που τον περιγελούν αλλά αυτός βεβαιώνεται για την αφοσίωση ενός ακόμη από τους ανθρώπους του, του Φιλοίτιου. Οι μνηστήρες εν τω μεταξύ, προετοιμάζοντας τον χαμό του Τηλέμαχου, περιγελούν τον Οδυσσέα καθώς και τον Θεοκλύμενο που προφητεύει τον χαμό τους.
Ραψωδία φ : Τόξου θέσις.
 |
Η Πηνελόπη αναγγέλλει τον διαγωνισμό του Τόξου |
Η Πηνελόπη φέρνει το τόξο και την φαρέτρα με τα βέλη, και καλεί τους μνηστήρες να διαγωνιστούν. Όποιος τεντώσει το τόξο και διαπεράσει με το βέλος τους δώδεκα πελέκεις, θα την κάνει γυναίκα του. Ο Τηλέμαχος επιχειρεί πρώτος για να φανεί άξιος γιος του πατέρα του. Τα καταφέρνει σχεδόν αλλά ο Οδυσσέας του κάνει νόημα κι εγκαταλείπει την προσπάθεια. Οι μνηστήρες αρχίζουν να δοκιμάζουν χωρίς επιτυχία κι ο Οδυσσέας παίρνει παράμερα τον Εύμαιο και τον Φιλοίτιο, αποκαλύπτεται και τους δίνει οδηγίες για την παγίδευση των μνηστήρων. Ο Οδυσσέας ξαναμπαίνει στην αίθουσα, όπου εν τω μεταξύ έχουν αποτύχει όλοι οι μνηστήρες, και ζητά να δοκιμάσει κι αυτός. Ο Αντίνοος αποκρούει το αίτημα περιφρονητικά, αλλά η Πηνελόπη δέχεται, μια και το μόνο που μπορεί να κερδίσει ο ξένος είναι πλούσια δώρα. Ο Τηλέμαχος επεμβαίνει, διώχνει την μητέρα του από την αίθουσα κι επιμένει να δοκιμάσει κι ο ξένος. Ο Εύμαιος δίνει το τόξο στον Οδυσσέα και παραγγέλει στην Ευρύκλεια να κλείσει καλά όλες τις πόρτες. Ο Οδυσσέας τεντώνει εύκολα το τόξο, οι μνηστήρες χλωμιάζουν κι ο Δίας στέλνει βροντή, θεϊκό σημάδι. Το βέλος του Οδυσσέα διαπερνά τους πελέκεις κι ο Τηλέμαχος έρχεται δίπλα του ζωσμένος τα όπλα του.
 |
Ο Οδυσσέας με τον Τηλέμαχο επιτίθενται στους μνηστήρες |
Ραψωδία χ : Μνηστηροφονία.
 |
Ο Οδυσσέας σκοτώνει τους μνηστήρες |
Ο Οδυσσέας πετά τα κουρέλια του, παίρνει άλλο βέλος και σκοτώνει τον Αντίνοο. Λέει στους μνηστήρες ποιος είναι και ότι τώρα θα πληρώσουν για όλα. Ο Ευρύμαχος προτείνει αποζημίωση, ο Οδυσσέας αρνείται κ’ οι μνηστήρες αποφασίζουν ν’ αντισταθούν έστω και με τα κοντομάχαιρά τους. Ο Οδυσσέας τοξεύει και τον Ευρύμαχο κι ο Τηλέμαχος σκοτώνει τον Αμφίνομο. Όσο είχε βέλη ο Οδυσσέας σκότωνε μνηστήρες κ’ ύστερα φόρεσαν πανοπλίες, αυτός, ο Τηλέμαχος, ο Εύμαιος κι ο Φιλοίτιος. Αλλά κ’ οι μνηστήρες οπλίζονται, με προδοσία ενός άλλου βοσκού του Οδυσσέα. Αρχίζει η φονική σύγκρουση και τελικά, με την απαραίτητη βοήθεια της Αθηνάς, οι μνηστήρες εξολοθρεύονται όλοι. Με θάνατο τιμωρούνται επίσης οι δούλες που είχαν σχέσεις με τους μνηστήρες και ο βοσκός που πρόδωσε. Ύστερα ο Οδυσσέας έκανε καθαρμό με θειάφι για το φοβερό φονικό.
Ραψωδία ψ : Ὀδυσσέως ὑπὸ Πηνελόπης ἀναγνωρισμὸς.