Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Ο "τάφος της Περσεφόνης" στις Αιγές. Η τοιχογραφία


Τοιχογραφία με θέμα την αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, στον Μακεδονικό τάφο της Βεργίνας.



Πηγές
http://www.imma.edu.gr/

Ο συλημένος, κιβωτιόσχημος, κατασκευασμένος από πωρόλιθους τάφος στην παρυφή της Μεγάλης Τούμπας πλάι στο "Ηρώον", πήρε το συμβατικό του όνομα "τάφος της Περσεφόνης" από τη ζωγραφική του διακόσμηση. Ανάμεσα στις μορφές των Μοιρών και της καθισμένης στην "αγέλαστη πέτρα" Δήμητρας ξεχωρίζει η παράσταση της αρπαγής της Περσεφόνης από το θεό του Κάτω Κόσμου Πλούτωνα.


Η δεξιότητα της εκτέλεσης, η δύναμη της σύλληψης και η λιτή χρωματολογία υποδηλώνουν ένα σημαντικό ζωγράφο (ίσως τον Νικόμαχο) των μέσων του 4ου αι. π.Χ., όπως συνηγορούν και τα θραύσματα των αγγείων που βρέθηκαν στο εσωτερικό του τάφου.
Επάνω στο ακόμη υγρό, λείο και στιλπνό λευκό κονίαμα της τελικής επιφάνειας ο ζωγράφος χάραξε ένα συνοπτικό προσχέδιο, επιμένοντας πιο πολύ στα πιο σημαντικά σημεία της σύνθεσης. Στη συνέχεια, με γρήγορες, δυνατές και εκφραστικές πινελιές σχεδίασε και ζωγράφισε τις μορφές του, ακολουθώντας και κάποτε αγνοώντας το προσχέδιό του. Με βάση το λευκό, η παλέτα του είχε τα βασικά γαιώδη χρώματα της τετραχρωμίας, χοντροκόκκινο, ώχρες, μαύρο και άσπρο, αλλά και οργανικές λάκες για τα λαμπερά ρόδινα και τα πορφυρά. Τα χρώματα χρησιμοποιούνται καθαρά ή ανάμεικτα, για να προκύψουν οι απαραίτητες για τη φωτοσκίαση και το πλάσιμο των όγκων τονικές διαβαθμίσεις.
Στο βόρειο τοίχο του τάφου βρίσκεται το αποκορύφωμα της αφήγησης: Εδώ, στη μέση της εικόνας δεσπόζει το άρμα με τα 4 λευκά άλογα. Ο Πλούτωνας, πιο μεγάλος από όλες τις άλλες μορφές, άρπαξε τη λεία του και πηδάει στο άρμα. Το αριστερό του πόδι πατάει κιόλας σταθερά πάνω στο δίφρο, το δεξί ακουμπάει ακόμη με τις μύτες των δαχτύλων στο έδαφος. Στο δεξί χέρι του σφίγγει το σκήπτρο της εξουσίας και τα γκέμια των αλόγων, που τινάζονται με τα μπροστινά πόδια στον αέρα, αρχίζοντας ήδη τον ξέφρενο καλπασμό τους.

Ανάμεσα από τα πόδια του, φυλακισμένη στην αγκαλιά του, ο Πλούτωνας κρατάει σφιχτά τη γυμνή Περσεφόνη που την έχει αρπάξει απ’ το στήθος. Το φουστάνι της γλίστρησε και έπεσε. Έμεινε μόνο το κορδόνι που το κρατούσε στον ώμο της και το πορφυρό της ιμάτιο να κρύβει την ήβη, να γίνεται φόντο για τους μαλακούς γοφούς της και να χάνεται, σμίγοντας με το πορφυρό του ιματίου του Πλούτωνα. Σε μια ύστατη προσπάθεια να ξεφύγει, η Περσεφόνη τινάζεται προς τα πίσω, το σώμα της τεντώνεται για να ξεγλιστρήσει από το μπράτσο του Πλούτωνα. Απόλυτα αδύναμη, απλώνει τα μπράτσα, ικετεύοντας απελπισμένα για τη βοήθεια που δε θα έρθει. Ο άνεμος παίρνει τα μαλλιά της, τα μάτια της βασιλεύουν, το πρόσωπο της γίνεται μάσκα απόγνωσης. Η άρνηση της Περσεφόνης να δεχτεί τη μοίρα της, η επιθυμία της να γαντζωθεί στον κόσμο που αναγκάζεται να αφήσει κι η αποστροφή της για τον Άδη, γίνεται ολοφάνερη μέσα από την κίνηση του σώματός της, που είναι τελείως αντίθετη προς τη δική του και μέσα από την απομάκρυνση των κεφαλιών τους.



Με μια εξαιρετικά δυναμική και σχεδιαστικά ιδιαίτερα τολμηρή, ανοιχτή σύνθεση, που στηρίζεται στην ένταση, αλλά και στην ισορροπία που παράγουν δύο διαγώνιες που διασταυρώνονται, ένα εύρημα που μάλλον αυτός εισάγει στην παραδοσιακή εικονογραφία της Αρπαγής, ο καλλιτέχνης κατορθώνει να αποδώσει όλη τη δραματική ένταση της αντιπαράθεσης του κυνηγού με το θήραμα, του αρσενικού με το θηλυκό, της ζωής με το θάνατο. Τη δραματικότητα και το πάθος που συμπυκνώνεται σε αυτό το σημείο της παράστασης υπογραμμίζει έντεχνα η χρήση μόνον εδώ του δυνατού και πλούσιου χρώματος με τα λαμπερά πορφυρά στα ιμάτια των θεών και το βαθύ κόκκινο στο άρμα, ενώ η αίσθηση της κίνησης και του βάθους τονίζεται με την πλάγια προοπτική απόδοση των τροχών που εξισορροπούν σχεδιαστικά το δυναμικό σχήμα του δίφρου και της διαγωνίου του σκήπτρου. 



Πίσω από το άρμα, στην ανατολική γωνία της εικόνας, μισογονατισμένη στο χώμα, μια φίλη της Περσεφόνης παρακολουθεί το δράμα, πετρωμένη από φόβο. Το φόρεμά της γλίστρησε και το στήθος της είναι γυμνό, όμως το χρυσοκάστανο ιμάτιο της με τη φαρδιά μενεξελιά μπορντούρα την τυλίγει ακόμα, σχηματίζοντας ένα στεφάνι, μέσα στο οποίο προβάλλεται το λευκό της δέρμα. Λυγισμένη στα δύο σηκώνει το χέρι να φυλαχτεί, μοιάζει να θέλει να φύγει και να μη μπορεί, ακούσιος μάρτυρας του αποτρόπαιου. Τα μάτια της σχεδιασμένα εντελώς λιτά, δυο γραμμές και μια βουλίτσα όλο κι όλο και όμως καταφέρνουν να εκφράσουν απόλυτα τον άφατο τρόμο.



Σαν μορφολογική αντίθεση στην παθητικότητα της φίλης της Περσεφόνης, που με τρόμο αποδέχεται το μοιραίο, στην άλλη μεριά της παράστασης εμφανίζεται ο Ερμής. Με το κηρύκειο στο χέρι, το μόνο παραδοσιακό και αναγνωρίσιμο σύμβολο της παράστασης, ο ψυχοπομπός γίνεται εδώ νυμφοπομπός σκοτεινού γάμου και τρέχοντας, σχεδόν πετώντας στις μύτες των ποδιών του, οδηγεί το άρμα στη δύση, στη χώρα των νεκρών. Αντί για τις δάδες του Υμεναίου, το γάμο φωτίζει η τρομερή λάμψη του κεραυνού που αστράφτει μπροστά απ’ τον Ερμή.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...