Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Κάμαρα από ξύλο Ελιάς


Η Ευρύκλεια έτρεξε και έφερε το νέο στην Πηνελόπη, ότι ο Οδυσσέας ήταν στο σπίτι και εξόντωσε όλους τους μνηστήρες. Η Πηνελόπη όμως αρχικά δεν την πίστεψε. Η Ευρύκλεια επέμεινε με τέτοια θέρμη που η καρδιά της Πηνελόπης μαλάκωσε και άρπαξε την Ευρύκλεια από τα χέρια, χωρίς να μπορεί ακόμα να το πιστέψει.
Η Πηνελόπη σαστισμένη άκουσε την Ευρύκλεια να διηγείται πώς παρουσιάστηκε μπροστά της ο Οδυσσέας σαν ζητιάνος, και πώς είχε σχέδιο να σκοτώσει όλους τους μνηστήρες όπως κι έκανε.
Η Πηνελόπη κατέβηκε τη μεγάλη σκάλα και συνάντησε τον γιο της. Ακόμα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είχε κι εκείνος βοηθήσει τον πατέρα του να σκοτώσει τους μνηστήρες και δεν ήταν κάποια θεϊκή παρέμβαση που τους εξόντωσε. «Μάνα, μη στέκεσαι έτσι μόνη σου και πήγαινε να αγκαλιάσεις τον άντρα σου που σε περιμένει», της είπε.
Ο Τηλέμαχος τότε ακολούθησε τη συμβουλή του πατέρα του και έστησε μου τους πιστούς τους υπηρέτες χορό και πανηγύρι, για να μη φανεί σε όσους περνούσαν απ’έξω ότι έγινε μακελειό και σκοτώθηκαν τα περισσότερα αρχοντόπουλα της Ιθάκης. Έτσι πολλοί πίστεψαν ότι η Πηνελόπη είχε διαλέξει κάποιον από τους μνηστήρες για άντρα της.
Ο Οδυσσέας με την Πηνελόπη αντάμωσαν, όμως ακόμα και τότε η Πηνελόπη δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τον άντρα της μετά από τόσα χρόνια στον πόλεμο και τη θάλασσα. Ήθελε και άλλες αποδείξεις. Αποδείξεις και απαντήσεις σε ερωτήματα που μόνο οι δυο τους γνώριζαν.
«Πες μου, πώς να πιστέψω για άντρα μου έναν άγνωστο στην όψη και να τον οδηγήσω στο κρεβάτι που έφτιαξε ο Οδυσσέας πριν φύγει για την Τροία...»
«Ναι, εγώ έφτιαξα το κρεβάτι μας», απάντησε ο Οδυσσέας. Το έφτιαξα από το ξύλο της ελιάς που φύτρωσε στην αυλή μας, το επένδυσα με δέρμα βοδιού, και το διακόσμησα με χρυσό και μάλαμα.


Η Πηνελόπη με αυτά τα λόγια σιγουρεύτηκε. Αυτός ήταν ο Οδυσσέας, ο άντρας της, ο κύριος του σπιτιού που είχε επιστρέψει. Αγκαλιάστηκαν σφιχτά και φιλήθηκαν, ξανά και ξανά χωρίς να μπορούν να χορτάσουν ο ένας τον άλλον. Στις πολλές ώρες που έμειναν έτσι μέσα στην κάμαρά τους, ο Οδυσσέας της διηγήθηκε τα βάσανά του και τις περιπέτειές του. Το ταξίδι για την επιστροφή στην Ιθάκη όμως είχε τελειώσει και θα ζούσαν επιτέλους ευτυχισμένοι μαζί.

https://sites.google.com/site/epistrofistinithaki/rapsody-psi


Οδύσσεια - Ραψωδία Ψ

απόσπασμα

(....)
τὸν δ᾿ αὖτε προσέειπε περίφρων Πηνελόπεια:
«δαιμόνι᾿, οὔτ᾿ ἄρ τι μεγαλίζομαι οὔτ᾿ ἀθερίζω
οὔτε λίην ἄγαμαι, μάλα δ᾿ εὖ οἶδ᾿ οἷος ἔησθα
ἐξ Ἰθάκης ἐπὶ νηὸς ἰὼν δολιχηρέτμοιο.
ἀλλ᾿ ἄγε οἱ στόρεσον πυκινὸν λέχος, Εὐρύκλεια,
ἐκτὸς ἐϋσταθέος θαλάμου, τόν ῥ᾿ αὐτὸς ἐποίει:
ἔνθα οἱ ἐκθεῖσαι πυκινὸν λέχος ἐμβάλετ᾿ εὐνήν,
κώεα καὶ χλαίνας καὶ ῥήγεα σιγαλόεντα.»
ὣς ἄρ᾿ ἔφη πόσιος πειρωμένη: αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς
ὀχθήσας ἄλοχον προσεφώνεε κεδνὰ ἰδυῖαν:
«ὦ γύναι, ἦ μάλα τοῦτο ἔπος θυμαλγὲς ἔειπες:
τίς δέ μοι ἄλλοσε θῆκε λέχος; χαλεπὸν δέ κεν εἴη
καὶ μάλ᾿ ἐπισταμένῳ, ὅτε μὴ θεὸς αὐτὸς ἐπελθὼν
ῥηϊδίως ἐθέλων θείη ἄλλῃ ἐνὶ χώρῃ.
ἀνδρῶν δ᾿ οὔ κέν τις ζωὸς βροτός, οὐδὲ μάλ᾿ ἡβῶν,
ῥεῖα μετοχλίσσειεν, ἐπεὶ μέγα σῆμα τέτυκται
ἐν λέχει ἀσκητῷ: τὸ δ᾿ ἐγὼ κάμον οὐδέ τις ἄλλος.
θάμνος ἔφυ τανύφυλλος ἐλαίης ἕρκεος ἐντός,
ἀκμηνὸς θαλέθων: πάχετος δ᾿ ἦν ἠύ̈τε κίων.
τῷ δ᾿ ἐγὼ ἀμφιβαλὼν θάλαμον δέμον, ὄφρ᾿ ἐτέλεσσα,
πυκνῇσιν λιθάδεσσι, καὶ εὖ καθύπερθεν ἔρεψα,
κολλητὰς δ᾿ ἐπέθηκα θύρας, πυκινῶς ἀραρυίας.
καὶ τότ᾿ ἔπειτ᾿ ἀπέκοψα κόμην τανυφύλλου ἐλαίης,
κορμὸν δ᾿ ἐκ ῥίζης προταμὼν ἀμφέξεσα χαλκῷ
εὖ καὶ ἐπισταμένως, καὶ ἐπὶ στάθμην ἴθυνα,
ἑρμῖν᾿ ἀσκήσας, τέτρηνα δὲ πάντα τερέτρῳ.
ἐκ δὲ τοῦ ἀρχόμενος λέχος ἔξεον, ὄφρ᾿ ἐτέλεσσα,
δαιδάλλων χρυσῷ τε καὶ ἀργύρῳ ἠδ᾿ ἐλέφαντι:
ἐκ δ᾿ ἐτάνυσσα ἱμάντα βοὸς φοίνικι φαεινόν.
οὕτω τοι τόδε σῆμα πιφαύσκομαι: οὐδέ τι οἶδα,
ἤ μοι ἔτ᾿ ἔμπεδόν ἐστι, γύναι, λέχος, ἦέ τις ἤδη
ἀνδρῶν ἄλλοσε θῆκε, ταμὼν ὕπο πυθμέν᾿ ἐλαίης.»
ὣς φάτο, τῆς δ᾿ αὐτοῦ λύτο γούνατα καὶ φίλον ἦτορ,
σήματ᾿ ἀναγνούσῃ τά οἱ ἔμπεδα πέφραδ᾿ Ὀδυσσεύς:
δακρύσασα δ᾿ ἔπειτ᾿ ἰθὺς δράμεν, ἀμφὶ δὲ χεῖρας
δειρῇ βάλλ᾿ Ὀδυσῆϊ, κάρη δ᾿ ἔκυσ᾿ ἠδὲ προσηύδα:
«μή μοι, Ὀδυσσεῦ, σκύζευ, ἐπεὶ τά περ ἄλλα μάλιστα
ἀνθρώπων πέπνυσο: θεοὶ δ᾿ ὤπαζον ὀϊζύν,
οἳ νῶϊν ἀγάσαντο παρ᾿ ἀλλήλοισι μένοντε
ἥβης ταρπῆναι καὶ γήραος οὐδὸν ἱκέσθαι.
αὐτὰρ μὴ νῦν μοι τόδε χώεο μηδὲ νεμέσσα,
οὕνεκά σ᾿ οὐ τὸ πρῶτον, ἐπεὶ ἴδον, ὧδ᾿ ἀγάπησα.
αἰεὶ γάρ μοι θυμὸς ἐνὶ στήθεσσι φίλοισιν
ἐρρίγει μή τίς με βροτῶν ἀπάφοιτο ἔπεσσιν
ἐλθών: πολλοὶ γὰρ κακὰ κέρδεα βουλεύουσιν.
οὐδέ κεν Ἀργείη Ἑλένη, Διὸς ἐκγεγαυῖα,
ἀνδρὶ παρ᾿ ἀλλοδαπῷ ἐμίγη φιλότητι καὶ εὐνῇ,
εἰ ᾔδη ὅ μιν αὖτις ἀρήϊοι υἷες Ἀχαιῶν
ἀξέμεναι οἶκόνδε φίλην ἐς πατρίδ᾿ ἔμελλον.
τὴν δ᾿ ἦ τοι ῥέξαι θεὸς ὤρορεν ἔργον ἀεικές:
τὴν δ᾿ ἄτην οὐ πρόσθεν ἑῷ ἐγκάτθετο θυμῷ
λυγρήν, ἐξ ἧς πρῶτα καὶ ἡμέας ἵκετο πένθος.
νῦν δ᾿, ἐπεὶ ἤδη σήματ᾿ ἀριφραδέα κατέλεξας
εὐνῆς ἡμετέρης, ἣν οὐ βροτὸς ἄλλος ὀπώπει,
ἀλλ᾿ οἶοι σύ τ᾿ ἐγώ τε καὶ ἀμφίπολος μία μούνη,
Ἀκτορίς, ἥν μοι δῶκε πατὴρ ἔτι δεῦρο κιούσῃ,
ἣ νῶϊν εἴρυτο θύρας πυκινοῦ θαλάμοιο,
πείθεις δή μευ θυμόν, ἀπηνέα περ μάλ᾿ ἐόντα.»
ὣς φάτο, τῷ δ᾿ ἔτι μᾶλλον ὑφ᾿ ἵμερον ὦρσε γόοιο:
κλαῖε δ᾿ ἔχων ἄλοχον θυμαρέα, κεδνὰ ἰδυῖαν.
ὡς δ᾿ ὅτ᾿ ἂν ἀσπάσιος γῆ νηχομένοισι φανήῃ,
ὧν τε Ποσειδάων εὐεργέα νῆ᾿ ἐνὶ πόντῳ
ῥαίσῃ, ἐπειγομένην ἀνέμῳ καὶ κύματι πηγῷ:
παῦροι δ᾿ ἐξέφυγον πολιῆς ἁλὸς ἤπειρόνδε
νηχόμενοι, πολλὴ δὲ περὶ χροὶ̈ τέτροφεν ἅλμη,
ἀσπάσιοι δ᾿ ἐπέβαν γαίης, κακότητα φυγόντες:
ὣς ἄρα τῇ ἀσπαστὸς ἔην πόσις εἰσοροώσῃ,
δειρῆς δ᾿ οὔ πω πάμπαν ἀφίετο πήχεε λευκώ.
καί νύ κ᾿ ὀδυρομένοισι φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
εἰ μὴ ἄρ᾿ ἄλλ᾿ ἐνόησε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη.
νύκτα μὲν ἐν περάτῃ δολιχὴν σχέθεν, Ἠῶ δ᾿ αὖτε
ῥύσατ᾿ ἐπ᾿ Ὠκεανῷ χρυσόθρονον, οὐδ᾿ ἔα ἵππους
ζεύγνυσθ᾿ ὠκύποδας, φάος ἀνθρώποισι φέροντας,
Λάμπον καὶ Φαέθονθ᾿, οἵ τ᾿ Ἠῶ πῶλοι ἄγουσι. (....)


Νεοελληνική απόδοση:

(....)Κι η Πηνελόπη τότε η φρόνιμη του απηλογήθη κι είπε:

«Καημένε, δε μεγαλοπιάνουμαι κι ουδέ αψηφώ κανένα
κι ουδέ ξαφνίζουμαι᾿ τη θύμηση κρατώ πως ήσουν τότε,
σαν έφευγες με το μακρόκουπο καράβι απ᾿ την Ιθάκη.
Μον᾿ έλα, Ευρύκλεια, το κλινάρι του γοργά να στρώσεις όξω
απ᾿ την καλόχτιστή μας κάμαρα, που 'χε μονάχος χτίσει'
όξω τη στέρια κλίνη σύρτε του, και βάλτε και στρωσίδια,
φλοκάτες και προβιές και λιόφωτα να σκεπαστεί σεντόνια.»
Αυτά είπε εκείνη δοκιμάζοντας τον άντρα της, μα τούτος
συχύστη κι είπε στη γυναίκα του τη γνωστικιά αναμμένος:
«Γυναίκα, αλήθεια, αυτός ο λόγος σου μες στην καρδιά με αγγίζει!
Ποιος το κλινάρι μετασάλεψε; Καλός τεχνίτης να 'ταν,
και πάλε θα του 'ρχόταν δύσκολο! Μόνο θεός μπορούσε,
αν ήθελε, να 'ρθεί κι ανέκοπα να το μετασαλέψει.
Μα απ᾿ τους θνητούς που ζουν δε γίνεται τη θέση να του αλλάξει
κανείς, κι ας είναι απά στα νιάτα του᾿ το τορνευτό κλινάρι
τρανό σημάδι κρύβει᾿ τα 'φτιαξαν τα χέρια τα δικά μου.
Φύτρωνε δέντρο, ελιά στενόφυλλη, μες στον αυλόγυρο μας,
ξεπεταμένο κι ολοφούντωτο, χοντρό σα μια κολόνα.
Και πήρα κι έχτισα τρογύρα του την κάμαρα με πέτρες
πυκνές ως πάνω, και τη σκέπασα καλά καλά με στέγη'
κι αφού της πέρασα πορτόφυλλα καλαρμοσμένα, στεριά,
έκοψα απάνω της στενόφυλλης ελιάς κλαδιά και φούντα,
και τον κορμό απ᾿ τη ρίζα κλάδεψα, προσεχτικά, πιδέξια
με το σκεπάρνι πελεκώντας τον, με στάφνη ισιώνοντας τον,
κλινόποδο να γένει, κι άνοιξα με το τρυπάνι τρύπες.
Κει πάνω το κλινάρι εστήριξα, καλά πλανίζοντας το,
και με το μάλαμα το πλούμισα, το φίλντισι, το ασήμι!
τέλος λουριά από βόδι ετάνυσα, που απ᾿ την πορφύρα άστραφταν.
Το μυστικό σου το φανέρωσα σημάδι, μα δεν ξέρω
αν το κλινάρι ακόμα στέκεται, γυναίκα, για κανένας
το λιόδεντρο απ᾿ τη ρίζα του 'κοψε και του άλλαξε τη θέση.»
Αυτά είπε, κι εκείνης τα γόνατα λύθηκαν κι η καρδιά της,
τ᾿ αλάθευτα σημάδια ως γνώρισε στα λόγια του Οδυσσέα'
και χύθη ομπρός θρηνώντας, έριξε τα δυο της χέρια γύρω
στυυ αντρός της το λαιμό, του φίλησε την κεφαλή και του 'πε:
«Μη μου κακιώνεις! Σέ όλα το 'δειξες το πιο ξύπνο πως έχεις
μυαλό, Οδυσσέα! Μα αλήθεια βάσανα πολλά οι θεοί μας δώκαν,
που ζούλεψαν και δε μας αφήκαν τη νιότη να χαρούμε
ο ένας του άλλου και να γεράσουμε μαζί συντροφεμένοι.
Όμως αλήθεια μην οργίζεσαι και μη χολιας μαζί μου,
που μόλις σ᾿ είδα, την αγάπη μου δε σου 'δειξα σαν τώρα'
ποτέ η καρδιά μαθές στα στήθη μου δεν έπαψε να τρέμει,
μην έρθει κάποιος με τα λόγια του θνητός και με πλανέσει'
τι άνομα κέρδη να σοφίζουνται πολλούς θα βρεις στον κόσμο.
Κι η Ελένη η αργίτισσα δε θα 'σμιγε, του γιου του Κρόνου η κόρη,
μ᾿ έναν αλλόξενο, στην κλίνη του για να χαρεί τον πόθο,
αν κάτεχε πως πίσω σπίτι της μια μέρα θα τη φέρναν
οι γιοι των Αχαιών οι αντρόκαρδοι στην πατρική της χώρα.
Όμως θεά σ᾿ αυτές τις άπρεπες δουλειές την είχε σπρώξει'
πιο πριν μαθές δεν της δυνάστευε τα φρένα τούτη η τύφλα
η ξορκισμένη, οπούθε κίνησαν και τα δικά μας πάθη.
Μα τώρα που έτσι κατακάθαρα μου τα 'πες τα σημάδια
της κλίνης μας, που δεν τα κάτεχε κανείς στον κόσμον άλλος
ξον από μας τους δυο, το αντρόγενο, και μια μονάχα βάγια,
την Αχτορίδα, που απ᾿ τον κύρη μου, για δω ως κινούσα, πήρα,
και που στης στεριάς μας της κάμαρας παράστεκε την πόρτα,
τώρα με πείθεις, όσο αλύγιστη καρδιά κι αν κρύβω εντός μου!»
Είπε, κι ακόμα πιο του ξάναψε του θρήνου τη λαχτάρα,
την ακριβή, πιστή γυναίκα του στην αγκαλιά ως κρατούσε.
Πως χαίρουνται στεριά αντικρίζοντας στη θάλασσα όσοι πλέκουν,
τι ο Ποσειδώνας το καλόφτιαστο τους τσάκισε καράβι,
που το βασάνισαν τα κύματα τα φοβερά κι οι άνεμοι,
και λίγοι απ᾿ την ψαριά τη θάλασσα γλιτώνουν κολυμπώντας,
να βγουν στο σκρόγιαλο, κι απάνω τους πολλή έχει πήξει αρμύρα,
κι όπως στεριά πατούνε, χαίρουνται, που το χαμό ξέφυγαν —
όμοια κι εκείνη αναντρανίζοντας το ταίρι της χαιρόταν,
κι ουδ᾿ έλεγε να βγάλει τ᾿ άσπρα της βραχιόνια απ᾿ το λαιμό του.
Η Αυγή θα πρόβαινε η χρυσόθρονη κι ακόμα θα θρηνούσαν,
αν η Αθηνά, η θεά η γλαυκόματη, δέ στοχαζόταν άλλα:
Τη Νύχτα αντίσκοψε στα πέρατα της δύσης, να μακρύνει,
και την Αυγή τη ροδοδάχτυλη στον Ωκεανό κρατούσε,
κι ουδέ να ζέψει τα γοργόφτερα πουλάρια της, το Λάμπο
και το Φαέθοντα, την άφηνε, στη γη το φως να φέρουν. (....) 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...