Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

Ιφιγένεια εν Αυλίδι - Ευριπίδης (Β' Μέρος)


Ifigeneia - Herbert Gustav Schmalz


Ιφιγένεια εν Αυλίδι - Ευριπίδης (Α' Μέρος)



(Μισοφαίνεται στη θύρα της σκηνής του Αγαμέμνονα ο γερο-υπηρέτης)


ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Ξένε, αγγόνι του Αιακού, στάσου, σε σένα μιλώ, παιδί της θεάς και σένα, κόρη της Λήδας

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Ποιός φωνάζει τρομαγμένος απ' τη θύρα τη μισάνοιχτοι;

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Δούλος, η τύχη δεν μ' αφήνει να καμαρώνω γι' αυτό

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Τίνος, όχι δικός μου, χώρια τους έχω

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Της κυράς του σπιτιού, απ' τον πατέρα της με πήρε

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Στέκω, λέγε τι θες; γιατί με σταμάτησες;

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Είσαστε μόνοι εσείς οι δύο μπροστά στη πόρτα;

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Μόνοι, βγες έξω στο κατώφλι και μίλα μας


(Βγαίνει από τη σκηνή ο υπηρέτης) 


ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Τύχη μου, πρόλαβε και αυτούς που λαχταρώ σώσε

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Λόγια παχιά που θα μας παν πολύ μακρυά 

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Πάρε το χέρι μου, μη σκιάζεσαι να πεις ότι έχεις

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ  Και εσένα και τα παιδιά σου αγάπησα, το ξέρεις;

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Ξέρω πως είσαι παλιός του σπιτιού ψυχογιός

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Ο βασιλιάς Αγαμέμνονας δεν με πήρε προικιό;

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Ήρθες μαζί μου στ' Άργος, πάντα δικός μου ήσουν

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Να σε χαρώ και πιο πολύ σ' αγαπώ απ' τον άνδρα σου

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Ξανοίξου τώρα και πες ότι έχεις να πεις

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Ο γονιός της, την κόρη σου με το χέρι θα σφάξει

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Τι; φάε τη γλώσσα σου γέρο, δεν είσαι στα καλά σου

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Με το σπαθί θα κόψει της δόλιας το λευκό λαιμό

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Δυστυχία μου, ο άνδρας μου τρελάθηκε

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Έξω από σένα και το παιδί, στ' άλλα δουλεύει ο νους του

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Μα για ποιο λόγο; ποιος κακός δαίμονας τον σπρώχνει;

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Χρησμός, που είπεν ο Καλχας, για ν' αρμενίσει ο στρατός

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Που; Αλιά μου και αλιά της, που θα την σφάξει γονιός

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Στην Τροία, για να πάρει  την Ελένη ο Μενέλαος

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Ο γυρισμός της Ελένης θα χρεωθεί στην Ιφιγένεια;

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Το' πες, ο γονιός την κόρη στην Άρτεμη θα θυσιάσει

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Και ο γάμος τι νόημα είχε που με ξεσπίτωσε;

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Για να φέρεις πρόθυμα το παιδί στον Αχιλλέα νύφη

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Κόρη μου, ήρθαμε στο χαμό και' γώ κι εσύ

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Τρομερά τα πάθη μας, φοβερός ο Αγαμέμνονα;

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Η δόλια χάνομαι, τα μάτια μου δεν κρατούν το δάκρυ

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Σαν πονάς χαμό παιδιών, κλάψε πικρά

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Εσύ, γέρο, που τ' άκουσες και τα ξέρεις;

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Ερχόμουν κι έφερνα μια δεύτερη γραφή

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Να βιαστώ ή να μη φέρω το κορίτσι στη σφαγή;

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Να μην το φέρεις, ο άνδρας σου είχε βρει τα λογικά του

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Και πως δεν έφερες το γράμμα και δεν μου το' δωσες;

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ Μου τ' άρπαξε ο Μενέλαος της συμφοράς ο φταίχτης

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Γιε της Νηρηίδας, γιε του Πηλέα, τ' άκουσες αυτά;

ΑΧΙΛΛΕΑΣ  Άκουσα τη δυστυχία σου, δεν θα σταυρώσω τα χέρια

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Μου σκοτώνουν το παιδί με δόλωμα το γάμο σου

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Κατηγορώ τον άνδρα σου και δεν το παίρνω αψήφιστα

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Δεν θα ντραπώ να πέσω στα πόδια σου,
θνητή στο γιο θεάς, προς τι τα μεγαλεία;
Τι άλλο έχω να γνοιαστώ απ' το παιδί μου;
Βοήθησε με, γιε της θεάς, και μένα στη δυστυχία μου
κι αυτή που είπανε γυναίκα σου - ψεύτικη κι όμως!
Για νύφη σου την έφερα στεφανωμένη
τώρα την πάω για σφαγή, συ θα σηκώσεις τη ντροπή 
που δε βοήθησες, και αν δε γίνατε ζευγάρι
στα λόγια όμως άντρας έγινες του δόλιου κοριτσιού.
Προσκυνώ τη μάνα σου, το χέρι σου, τα γένια σου.
Τ' όνομα σου με χαντάκωσε, μην το λερώσεις.
Άλλο βωμό δεν έχω να προσπέσω από το γόνατο σου.
Φίλος κανείς δεν μου γελά, ο Αγαμέμνονας τ' ακούς,
άκαρδος και σκληρός, Είδες, ήρθα γυναίκα μοναχή
μέσα σε ναύτες ακυβέρνητους και δίχως έλεος.
Μα που όταν θέλουν, τους κουμαντάρεις. Προστάτεψε με.
Κάνε καρδιά για να σωθούμε, αλλιώς χαθήκαμε.

ΧΟΡΟΣ Φοβερό να γεννάς. Μα το βαθύ και έμφυτο φίλτρο
τις μάνες όλες ωθεί για τα παιδιά τους να παλεύουν.

ΑΧΧΙΛΕΑΣ Η περήφανη ψυχή μου ξεσηκώνεται.
Ξέρω να μετριάζω την οργή μπροστά στο κακό
και τη χαρά στις ευτυχίας τη πλημμύρα.
Όσοι θνητοί μου μοιάζουν και λογικεύονται
γνωστικά τη ζωή περπατάνε.
Πολλές φορές είναι γλυκό να μη παραστοχάζεσαι
και άλλες που είναι βολικό να δρας με γνώση.
Εγώ που ανατράφηκα μου του Χείρωνα 
την ευλάβεια, έμαθα τρόπους απλούς.
Στους Ατρείδες, αν κυβερνούν καλά,
πειθαρχώ, αν όχι δεν πειθαρχώ.
Κι εδώ και στην Τροία, με ελεύθερο φρόνημα
του πολέμου θα στολίσω τα όπλα.
Κι εσένα που κακόπαθες απ' τους δικούς σου,
όσο μπορούν τα νιάτα μου κι η λεβεντιά μου,
σφυχτά θα σε τυλίξω με τη συμπόνια μου
κι ο γονιός ποτέ δε θα σφάξει τη κόρη σου
μια που δικιά μου την ονόμασαν, δε θα δεχτώ ποτές
ο άνδρας σου να με μπλέξει στα δίχτυα του.
Γιατί τότε τ' όνομα μου, δίχως να κρύβει μαχαίρι,
θα σκοτώσει την κόρη σου, φταίχτης ο άνδρας σου.
Όμως δεν θα' χω καθαρό κορμί αν για μένα χαθεί
και το δικό μου γάμο, η κόρη που της τάζουν
πάθη να πάθει φριχτά και δυσβάσταχτα,
που παράλογα και αταίριαστα την ατιμάζουν.
Εγώ θα ' μουν ο βρωμερότερος Αργείος 
ο ποιο τιποτένιος, και θα' ταν άντρας ο Μενέλαος,
δε θα ' μου του Πηλέα, θα' μουν της συμφοράς γιος,
αν σκότωνε με τ' όνομα μου, μαχαίρι ο άντρας σου.
Μα το θαλασσοπαίδι του Νηρέα,
τον πατέρα της μάνας μου της Θέτης,
δεν θ' αγγίξει την κόρη σου ο βασιλιάς Αγαμέμνονας,
ούτε την άκρη του χεριού του στο πέπλο της θ΄απλώσει.
Αλλιώς θα λεν η βάρβαροι πόλη τη Σίπυλο,
όπου γεννήθηκαν οι στρατηλάτες,
και τ΄όνομα της Φθίας πουθενά δεν ακούγεται.
Πικρά τα πρόσφορα και οι αγιασμοί που θα σηκώσει
ο μάντης Κάλχας, τι μάντης δα κι αυτός,
που λίγες αλήθειες λέει και ψέμματα πολλά
στην τύχη, κι αν έξω πέσει λακίζει.
Έτσι μιλώ χωρίς να νοιάζομαι την παντρειά 
-κυνηγούν το κρεβάτι μου χιλιάδες κοπέλες-
αλλά με πρόλαβε βαριά ο Αγαμέμνονας.
Έπρεπε τ' όνομα μου, της κόρης δόκανο
από μένα να ζητήσει. Η Κλυταιμνήστρα πείστηκε
γιατί σε μένα θα' δινε  την κόρη νύφη.
Θα το' δινα στους Έλληνες, αν ίσως σκόνταφτε
σ' αυτό της Τροίας το ταξίδι. Δε θ' αρνιόμουν ποτέ
τους συμμάχους στο κοινό μας καλό να συντρέξω.
Τώρα δεν είμαι τίποτα κι είναι στο χέρι 
των στρατηγών να με παίζουν κι έτσι κι αλλιώς.
Γοργά θα ξέρει το σπαθί, πριν φύγει
στην Τροία, πως θα στο βάψω αίμα, 
αν κάποιος το κορίτσι σου μου πάρει.
Ησύχασε. Μέγας θεός θα φαντάζω για σένα.
Δεν είμαι θεός, μα θα γίνω σύντομα.

ΧΟΡΟΣ  Άξια μίλησες γιε του Πηλέα, και ταιριαστά
με τη θαλασσινή σεμνή θεά μητέρα.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Αχ!
Πως χωρίς μεγάλα λόγια να μην σε παινέψω
μήτε και να φτωχύνω τη χαρά που σου χρωστώ;
Οι τιμημένη μισούν τα λιβανίσματα
και τους λιβανιστές σαν το παρατραβάνε.
Ντρέπομαι πάλι να παραφέρομαι εκλιπαρόντας
τον οίκτο σου. δε σ' αγγίζουν οι συμφορές μου.
Μα είναι ανθρώπινο πολύ να βοηθάει τους δύστυχους
όσο και αν στέκει απόμακρα ο τίμιος άντρας.
Λυπήσου μας, λυπήσου τα πάθη μας.
Σε πίστεψα καλή ώρα για γαμπρό
και η ελπίδα βγήκε κούφια, πρέπει να φυλαχτείς!
Αν το παιδί μου πεθάνει θα είναι κακό προμήνυμα
στο γάμο σου που κάποτε θα κάνεις.
Αρχίνησες και τέλειωσες καλά τα λόγια σου.
Αν το θες, θα σωθεί το παιδί μου.
Θέλεις ικέτισσα να' ρθεί ν' αγκαλιάσει τα πόδια σου;
δεν στέκει σε κοπέλα. αν όμως θες, να' ρθεί
με ντροπαλή την πεντακάθαρη ματιά της.
Αν και χωρίς αυτή μπορώ να σε κερδίσω.
ας μείνει μέσα. είναι καμάρι και η ντροπή.
είναι καλό να την κρατάς όσο μπορέσεις.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Μη φέρεις μπρος τα μάτια μου τη κόρη σου,
μήπως, γυναίκα, μας ξομπλιάσουν ο κοσμάκης.
Στρατός πολύς κι αργόσχολος σε ξένο μέρος
περνά τη μέρα με βρομιές και πονηρές κουβέντες.
Με παρακαλετά και δίχως παρακαλετά
το ίδιο θα πετύχετε. μέγας αγώνας, ένας
για μένα: πως θα γλιτώσετε τη συμφορά.
Άκου να ξέρεις ένα μονάχα: δε λέω ψέματα.
Αν λέω ψέματα και σε γελάσω, να πεθάνω.
να μην πεθάνω, αν τη κόρη σου σώσω.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Πάντα καλό να' χεις που βοηθάς τους δύστυχους

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Άκου με τώρα για να πάνε καλά τα πράγματα

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Γιατί το λες; αφού πρέπει να σ' ακούω

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Να πασχίσουμε μπας και ο πατέρας βάλει μυαλό

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Είναι δειλός και το στρατό φοβάται

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Τα λόγια βάζουν κάτω κάποτε τα λόγια

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Η ελπίδα μου κρύωσε, μα πες μου, τι να κάνω;

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Παρακάλα τον πρώτα μη σφάξει τα παιδιά του.
Αν δε σηκώνει κουβέντα, έλα σε μένα.
Αν λυγίσει στα παρακάλια σας, εγώ δεν έχω 
θέση. η σωτηρία φτάνει και περισσεύει.
Κι εγώ θα μείνω φίλος καλός μα και στρατός
δε θα γκρινιάζει που διάλεξα
της λογικής το δρόμο παρά της βίας.
Κι αν συμβιβάσετε τα πράγματα χωρίς εμένα
οι δικοί σου κι εσύ θα το χαρείτε.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Μιλάς φρόνημα, θα κάνω ότι μου λες,
αν πάλι δεν τα καταφέρω, όπως τα θέλω,
που τότε θα σε δω; που η δόλια θα σε ψάξω;
να βρω στα πάθη μου το χέρι σου αποκούμπι;

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Εγώ θα σε παραφυλάξω σε τόπο σίγουρο
να μη σε δει κανείς να περπατάς περίτρομη
μέσα στον όχλο των Δαναών να ντροπιάσεις
το πατρικό σου σπίτι. ο Τυνδάρεος 
δεν αξίζει το χλευασμό. οι Έλληνες τον σέβονται.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ: Πολύ σωστά. οδήγα με να γίνω δούλα σου
Αν υπάρχουν θεοί, δίκαιος άνθρωπος είσαι,
θα σε τιμήσουν, αν δεν υπάρχουν, γιατί να ζούμε;


Η Κλυταιμήστρα μαθαίνει τα νέα για τη θυσία της Ιφιγένειας - Francois Gerard, 1787

(Φεύγουν ο Αχιλλέας και η Κλυταιμνήστρα)


ΧΟΡΟΣ Ποιο τάχα να' στησε ξεφάντωμα 
ο Υμέναιος, με το ζουρνά της Αραπιάς,
με τη χορευταρού κιθάρα
και φλογέρες καλαμένιες,
όταν ομορφομαλλούσες Πιερίδες
στο γλεντοκόπι των θεών, στο Πήλιο,
τραντάζανε τη γη με τα χρυσά τους πέδιλα,
στο γάμο του Πηλέα καλεσμένες
και λέγαν με τραγούδια και παινέματα 
της Θέτις και του Αιακίδη
στα βουνά των Κενταύρων
και στα ρουμάνια τα πηλιορείτικα.

Κι Φρύγας Γανυμήδης,
γιος του Δάρδανου,
που συντροφεύει τρυφερά του Δία το κρεβάτι,
από βαθιά χρυσά πυθάρια
έπιανε το κρασί και το κερνούσε.
Και παρακεί στην άμμο την ξανθή
πενήντα κόρες του Νηρέα
του γάμου σύραν το χορό
πιασμένες ένα γύρο.

Με κλάρες, ελάτια και χλόης στεφάνι
ήρθε στο γλέντι των θεών 
και στο κρασί του Βάκχου
η παρέα των Κενταύρων με τ' αλογίσια πόδια
κι έσυρε φωνή μεγάλη: Ω νεράϊδα,
το πε καθαρά ο μαντευτής ο Χείρωνας
που διαβάζει τις κρυφές προφητείες
πως θα γεννήσεις γιο, το μέγα φως
της Θεσσαλίας,
που θα φτάσει στη χώρα του Πριάμου
με τους αρματωμένους Μυρμιδόνες
και θα κάψει συθέμελα την ένδοξη γη.
Όπλα θα ντύσουν χρυσά
το κορμί του κι άρματα δουλεμένα 
από τον Ήφαιστο, χαρίσματα
της μάνας του της Θέτης
της θεάς που τον γέννησε.

Τότες οι θεοί,
ευλόγησαν το γάμο του Πηλέα,
με την αρχοντοπούλα,
του Νηρέα την πρώτη θυγατέρα.

Όμως εσέ, Ιφιγένεια, κεφάλι κι όμορφα μαλλιά 
θα στεφανώσουν οι Αργείοι, 
ωσάν τη παρδαλή μικρή δαμάλα
που κατέβηκε παρθένα
από τις σπηλιές των βράχων
και τον κοπελίστικο λαιμό σου θα ματώσουν.
Με σουραύλια δε μεγάλωσες
ούτε με των ποιμένων τα χουγιαχτά,
παρά στη μάνα σου κοντά, νυφούλα
παλικαριού απ΄τη γενιά του Ινάχου.
που να βρει το πρόσωπο της , 
που να βρει τη δύναμη της,
η Ντροπή κι Αρετή;
Τώρα δυνάστης η Ασέβεια
κι απ΄τους ανθρώπους η Αρετή
παραπεταμένη.
Η Ανομία τους νόμους νικά
και οι άνθρωποι μαζί δεν αγωνίζονται
μας και κανένας θεός τους φθονήσει.


(Εμφανίζεται και πάλι η Κλυταιμνήστρα)


ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Έξω βγήκα κι έχω στήσει καρτέρι στον άντρα μου,
πέρασαν ώρες που' φυγε και να φανεί, δε λέει.
Η δόλια η κόρη μου μουσκεμένη στο δάκρυ,
σαν άκουσε το θάνατο που μελετά ο πατέρας της,
ένα θρήνο τελειώνει και άλλον αρχίζει.
Μόλις τον έβαλα στο νου, και να, σιμώνει
ο Αγαμέμνονας, που θα πιαστεί σε λίγο
να σχεδιάζει κακουργήματα για το παιδί του.

( Έρχεται ο Αγαμέμνονας)

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ Κόρη της Λήδας, καλά που έξω σε βρήκα
για να σου πω, δίχως η κόρη να' ναι μπροστά
λόγια που οι νύφες δεν πρέπει ν' ακούνε.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Τι έχεις να πεις και η ώρα σε βιάζει;

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ Στείλε μου έξω το παιδί να' ρθει μαζί μου
τα πρόσφορα κι ο αγιασμός ετοιμάστηκαν 
και θα ριχτούν στου καθαρμού τη φλόγα.
Μοσχαράκια του γάμου θα σφαχτούν για τη θεά
Άρτεμη, αίμα ξερνάνε μαύρο πες.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Ωραία στόλισες τις λέξεις, δεν ξέρω
πως να στολίσω τα έργα σου για να φανούν ωραία.
Βγες έξω, κόρη μου, ξέρεις καλά 
του γονιού σου τα σχέδια. Πάρε στην αγκαλιά σου
και μες το πέπλο σου τον αδελφό σου τον Ορέστη.


(Μπαίνει η Ιφιγένεια κρατώντας τον Ορέστη)


Είναι μπροστά σου τώρα, πάντα πειθαρχική.
Όσο για τα άλλα θα σου μιλήσω και για τις δυο μας.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ Γιατί κλαις παιδί μου; Σαν πριν δεν με κοιτάς γλυκά
καρφώνεις τα μάτια σου στην γη και κρύβεσαι στο πέπλο.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Αρχή της συμφοράς μου ποια να βάλω;
Όλα χωράνε παντού, και πρώτα και στερνά και μεσιανά.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ Τι τρέχει; και οι δυο σας ένα μου δείχνετε πρόσωπο,
αλλόκοτα κοιτάτε και τρομαγμένα.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Αντρίκεια πες τα σε ότι ρωτήσω άντρα μου.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ Δεν θέλω διάτες, με ρωτάς γιατί το θέλω.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Την κόρη σου και κόρη μου μελετάς να την σφάξεις;

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ Σώπα! Ωμά ρωτάς, τι πάει και βάζει ο νους σου

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Ηρέμησε. Απάντησε μου πάλι στο πρώτο ρώτημα

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ Γνωστικά να ρωτάς και γνωστικά θ' ακούσεις

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Αυτό ρωτώ και μην πηδάς αλλού

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ Μαύρη μοίρα, μαύρη τύχη και μαύρο ριζικό μου!

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Και δικό μου και δικό της τρισκατάρατο

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ Τι σου κάνανε;

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Εγώ θα σου πω; Μυαλό δεν έχω για να βρω νόημα;

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ Χάθηκα πια, προδόθηκαν τα μυστικά μου

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Όλα τα ξέρω κι έμαθα τι μου μελετάς
το μολογάν οι στεναγμοί και η σιωπή σου
και μην κουράζεσαι να πεις πολλά

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ Βουβαίνομαι, ανάγκη να σωριάσω
πάνω στη συμφορά, ξεδιαντροπές και ψέμα

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Άκου με τώρα, ανοιχτά θα μιλήσω
ούτε παραβολές θα πω, ούτε και αινίγματα
Πρώτα - για να πω τη πρώτη βρωμιά σου - 
με τη βία με πήρε και στανικά με παντρεύτηκες
σκοτώνοντας τον Τάνταλο, τον πρώτο μου άντρα,
στα λάφυρα σου πέταξες το μωράκι μου,
αφού το άρπαξες απ' το μαστό μου.
Οι γιοί του Δία, τα δυο μου αδέλφια,
πάνω στ' αστραφτερά τους άτια σε κυνήγησαν.
Ο γονιός μου, ο γέρο Τυνδάρεος σ' έσωσε
σε λυπήθηκε και μπήκες πάλι στο κρεβάτι μου.
Φιλιώθηκα μαζί σου, μάρτυρας είσαι, στάθηκα
γυναίκα πεντακάθαρη στο σπιτικό σου
και στο κρεβάτι φρόνιμη, αυγάτισα το βιος σου
να μπαίνεις μες το σπίτι και να χαίρεσαι
να βγαίνεις στην αυλή να καμαρώνεις.
Σπάνια τέτοια γυναίκα θα πέσει στα δίχτυα
αντρός, οι πρόστυχες χιλιάδες.

Το αγόρι τούτο σου γέννησα και κόρες τρεις
και τώρα εσύ τη μια μου την αρπάζεις άκαρδα
Αν κάποιος ρωτήσει γιατί την σκοτώνεις
για πες μου, τι θα τους πεις; να μιλήσω για λόγου σου;
Για να πάρει ο Μενέλαος την Ελένη. λαμπρά!
Το παιδί μου ξαγορά κακιάς γυναίκας
και με το σπλάχνο μας να ξαγοράσουμε τη σιχαμένη.
Λέγε: αν πας στον πόλεμο και μ' αφήσεις στο σπίτι
και αν γίνει να λείψεις χρόνο πολύ,
τι θαρρείς, με τι καρδιά θα μείνω στο σπίτι;
όταν θα βλέπω την θέση της πάντα κενή
κι ορφανό το κρεβάτι της, πνιγμένη στο δάκρυ
μονάχη θα κάθομαι και νύχτα μέρα θα τη θρηνώ!

Ο πατέρας σου σε σκότωσε, παιδί μου,
μονάχος του. άλλος κανείς. κανένα ξένο χέρι.
Τέτοιον αγύριστο γυρισμό στο σπίτι μας άφησε.
Άλλη μια τέτοια πρόφαση να βρεις,
και θα σου κάνω δέξιμο να σου ταιριάζει
κι εγώ και τα κορίτσια που μου απόμειναν.
Για το θεό μη μ' αναγκάζεις να γίνω μαζί σου
κακιά μήτε κι εσύ κακός μαζί μου να γίνεις.
Αλλά έστω.
θα σφάξεις τη κόρη σου, και τι ευχές θα πεις;
τι καλό θα ζητήσεις αντίχαρη, σφάζοντας τέκνο;
Γυρισμό του χαμού για φευγιό της ντροπής;
και πιο μπορώ να ευχηθώ καλό κι εγώ για σένα;
Θαρρούμε τάχα τους θεούς ανόητους,
αν τους ζητάμε χάρη για τους φονιάδες.
Και αν θα γυρίσεις στ' 'Αργος, θ΄αγκαλιάσεις τα τέκνα σου;
Άβολο θα ναι, ποιο θα γυρίσει να σε κοιτάξει,
όταν μπορείς ν' αρπάξεις ένα τους και να το σφάξεις;
Στοχάστηκες καλά ή γνοιάζεσαι μονάχα
τη στρατηγία και τα σκήπτρα σου;
Ένα μονάχα λόγο θα μπορούσες να πεις στους Αργείους.
Αχαιοί, ποθείται να πάτε στη γη των Φρυγών;
Βάλτε στον κλήρο τίνος το παιδί θα πεθάνει.
αυτό θα πει ισότητα και όχι να δόσεις σφαχτό
στους Δαναούς την κόρη σου. ξεχωριστός και μόνος
ή ο Μενέλαος να σκοτώσει την Ερμιόνη,
παιδί για τη μάνα, αυτός έχει τ' αγκάθι.
Εγώ που τίμησα το γάμο σου χάνω παιδί
κι η άτιμη θα χαίρεται σαν έρθει
την κόρη της μοσχοθρεμμένη μες τη Σπάρτη.
Βρες λόγια ν' απαντήσεις, αν δε μιλώ καλά,
αν όμως σωστά μιλώ, το δικό μου παιδί,
το παιδί σου να μη σκοτώσεις, όχι σ' αυτό, ποιος θα πει;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Αν είχα πατέρα τη μιλιά του Ορφέα
κι αν τραγουδώντας έσερνα τις πέτρες πίσω μου
κι αν με τα λόγια γήτευα εκείνους που ποθούσα,
θα πάσχιζα. τώρα μια τέχνη ξέρω,
να χύνω δάκρυα, αυτό μονάχα μπορώ.
Ικεσίας κλαρί κρεμώ στα γόνατα σου
το κορμί μου, που η μάνα μου σου γέννησε.
πριν της ώρας μου μη με σκοτώσεις γλυκιά η ζωή.
Μη με στείλεις να δω τον κάτω κόσμο.
Πρώτη σε φώναξα πατέρα μου και συ παιδί σου,
πρώτη στα γόνατα σου κάθισα, σε γέμισα
χαρές και μου' δωσες χαρές κι αγάπη.
Εσύ δε μου' λεγες: ποιος ξέρει, κόρη μου,
σε τίνος τυχερού το σπίτι θα σε δω γυναίκα,
να λουλουδίζεις και να ζεις, καμάρι μου;
κι εγώ σου' λεγα κρεμάμενη στα γένια σου,
όπως τώρα που σ' αγγίζει το χέρι μου:
Κι εγώ ποιος ξέρει; τάχα θα σε δεχτώ ποτέ
στο σπιτικό μου; θα σε φιλέψω, πατέρα;
Θα σου ξοφλήσω τα κόπια σου για τη προκοπή μου;
Εγώ τα θυμάμαι τα λόγια σου.
εσύ τα ξεχνάς και θες να με σφάξεις.
Μη, μα τον Πέλοπα και τον πατέρα σου τον Ατρέα
και μα τη μάνα μου που πόνεσε να με γεννήσει
και τώρα πάλι περνά της λεχωνιάς τους πόνους.
τι φταίω εγώ για το γάμο της Ελένης
με τον Αλέξανδρο; γύρευαν το χαμό μου, πατέρα;
Δες με, χάρισε μου το βλέμμα σου και φίλησε με,
σα θα πεθάνω, να σε θυμάμαι,
αν δε σε πείθουν τα λόγια μου.
Αδελφέ μου, είσαι μικρός για να συντρέξεις,
μα δάκρυσε και σύ, παρακάλα τον πατέρα,
να μη σκοτώσει την αδελφή σου, τι συμφορές
και τα μωρά τις νιώθουν, στον αέρα.
Να, πατέρα, βουβός ικετεύει κι αυτός.
Λυπήσουμε σπλαχνίσου τη ζωή μου.
Τα δυο μας, στα γένια σου σε ξορκίζουμε,
αυτός πουλάκι στη φωλιά κι εγώ ξεπεταρούδι.
Ένα λόγο μονάχα θα πω και θα νικήσω.
γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.
είναι τρελός όποιος ποθεί το θάνατο.
Κάλλιο πικρή ζωή παρά καλή θανή.

ΧΟΡΟΣ Ελένη πικρή, για σένα και το γάμο σου
οι Ατρείδες και τα τέκνα τους αλύπητα παλεύουν.

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ Εγώ και τα πικρά και γλυκά τα νιώθω.
αγαπώ τα παιδιά μου, δεν είμαι τρελός.
Τρομερό να τολμήσω, γυναίκα, τρομερό
να μην το τολμήσω, μα πρέπει να το κάνω.
Βλέπετε τόσο στρατό στα καράβια,
τόσους λεβέντες Έλληνες αρματωμένους,
που δε θα πάνε στα κάστρα της Τροίας,
ούτε τη ξακουστή θα πάρουνε πόλη
αν δε σε σφάξω, όπως είπε ο Μάντης ο Κάλχας.
Άδραξε πόθος βαθύς το στρατό των Ελλήνων
ν' αρμενίσει γοργά στων βαρβάρων τη χώρα
για να πάψουν ν' αρπάζουν Ελληνίδες γυναίκες.
Θα μου σκοτώσουν τα κορίτσια στο Άργος
κι εμένα κι εσάς, αν αψηφήσω τον χρησμό.
Δεν είμαι δούλος του Μενέλαου, παιδί μου,
ούτε για το χατήρι σου γονάτισα.
Είμαι δούλος της Ελλάδας, και θέλω δε θέλω
θα σε σφάξω. Δεν μπορούμε να την λυγίσουμε.
Ελεύθερη πρέπει να γίνει, παιδί μου,
κι όσο μπορούμε κι εσύ κι εγώ να μην αφήσουμε
τους βαρβάρους ν' αρπάζουν Ελληνίδες γυναίκες.



(Φεύγει ο Αγαμέμνονας)


ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Παιδί μου, ξένες μου,
ωχού τι καημός ο χαμός σου.
Ο πατέρας του Χάρου σε τάζει και φεύγει.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Ώχου μάνα, της μοίρας μας έλαχε
οι δυο μας να πούμε μαζί μοιρολόι.
Χάνω το φως
χάνω του ήλιου το φέγγος.
Ωχού!
των Φρυγών χιονισμένο λαγκάδι, της Ίδης βουνά
όπου ο Πρίαμος κάποτε γκρέμισεν
αρπαγμένο απ' τη μάνα του μωρό τρυφερό,
του θανάτου ταμένο, τον Πάρη,
που Ιδαίο, Ιδαίο τον κράζαν οι Φρύγες στην πόλη τους.
Ίδη, μακάρι να μην έσωνες ποτέ
στο γελαδάρη που μεγάλωσε
για να γενεί Αλέξανδρος να δώσεις στάνη,
σιμά στο λαγαρό νερό,
εκεί στις βρύσες των Νυμφών
και στο λιβάδι που χλωρή φυτρώνει χλόη
κι απ' τ' άνθη ρόδα και υάκινθοι
που παν και κόβουν οι θεές.
Πήγαν η Κύπρη η δολερή με την Παλλάδα,
η Ήρα κι ο Ερμής, του Δία μαντατοφόρος.
η Κύπρη για τον πόθο της καμάρωνε,
η Αθηνά Παλλάδα για το δόρυ της,
κι η Ήρα γιατί πλάγιαζε 
στου βασιλιά του Δία το κρεβάτι.
Καταραμένη κρίση γύρευαν 
μάλωναν για την ομορφιά - το θάνατο μου,
που θα δοξάσει τους Δαναούς, κοπέλες μου,
και θα δοθεί στην Άρτεμη, θυσία προσφοράς
για να τους πάει στην Τροία.
Κι ο γονιός μου, την άμοιρη,
μάνα μου, μάνα μου,
έρημη μ' απαράτησε και πήρε δρόμο.
Η δύσμοιρη, ήπια πικρό
πικρόν ελενοβότανο,
χάνομαι και σκοτώνομαι
από κατάρατο σπαθί,γονιού καταραμένου.
Που να μην έσωνε ποτέ να δεχτεί
η Αυλίδα στους ώμους της
χαλκές πρυμάτσες καραβιών
που κίνησαν να παν στην Τροία
και να μη σήκωνε πνοές ανέμου
απέναντι στον Εύριπον ο Δίας,
που μαλακώνει στα πανιά την αύρα
κι άλλοτε δίνει στου ναύτες χαρές
άλλοτε κατευόδιο και άλλοτε μαϊνάρισμα
κι άλλοτε αργό ταξίδι.
Βάσανα που' χει ο άνθρωπος
βάσανα που' χει και πως να μάθει
το μαύρο τι του γράφει ριζικό του!
Αχ, αχ,
μεγάλα βάσανα, καημό μεγάλο
Ελένη φόρτωσες τους Δαναούς.

ΧΟΡΟΣ Σπλαχνίζομαι το κακό που σε βρήκε, 
μακάρι να μην σου' πεφτεν, ο κλήρος.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Ω μάνα μου που με γέννησες, βλέπω κοντά μας άντρες πολλούς.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Και το γιο της θεάς, που γι' αυτόν μας φέρανε.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Δούλοι, ξαμπαρώστε τη πόρτα για να κρυφτώ.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Γιατί φεύγεις παιδί μου;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Ντρέπομαι να δω τον Αχιλλέα.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Γιατί;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Ο άτυχος γάμος μου με ντροπιάζει

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Εκεί που φτάσαμε, παράτα τις ντροπές. 
μείνε. Θα κοιτάμε ντροπές, αν έβγει κέρδος;


(Μπαίνει ο Αχιλλέας)


ΑΧΙΛΛΕΑΣ Της Λήδας κόρη, γυναίκα δύστυχη.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Έξω δεν πέφτεις.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Σηκώθηκε φωνή μεγάλη στο στρατό.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Τι φωνή; μίλα.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Για το παιδί σου

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Κακό σημάδι τα λόγια σου.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Πως πρέπει να τη σφάξουν

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Κανείς δεν είναι αντίθετος;

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Ο ίδιος εγώ κινδύνεψα

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Από τι ξένε;

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Να με πάρουν με τις πέτρες

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Για να σώσεις την κόρη μου;

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Μόνο γι' αυτό.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Και ποιος τολμά να σε πειράξει;

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Οι Έλληνες όλοι.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Και οι Μυρμιδόνες σου που ήταν;

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Πρώτοι και χειρότεροι.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Χαθήκαμε, παιδί μου.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Με φώναζαν γαμπρό.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Και τι τους είπες;

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Να μη σκοτώσουνε τη νύφη.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Και είχες δίκιο.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Ο γονιός μου την προξένεψε.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Και μας έφεραν απ' τ΄Άργος.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Με στομώσαν οι κραυγές τους.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Είναι τρομερός ο όχλος.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Κι όμως θα σε βοηθήσω.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Θα τα βάλεις με πολλούς ένας μόνος;

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Βλέπεις ετούτα τ' αρματα;

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Παινεύω το κουράγιο σου.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Παινεύομαι.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Δε θα σφάξουν το παιδί μου;

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Όχι με τη θέληση μου.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Θα 'ρθει κάποιος να την αρπάξει;

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Απ' τα ξανθά μαλλιά.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Και τότε τι θα κάνω;

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Σφίξε γερά το κορίτσι.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Αν φτάνει αυτό, δεν θα τη σφάξουν.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Εκεί πάνε τα πράματα.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Μάνα μου, ακούστε
τα λόγια μου. θυμώνεις άδικα, θαρρώ,
με τον άντρα σου. δύσκολο να κυνηγάμε τ' αδύνατα.
Χάρη χρωστάμε στον πρόθυμο νέο και τ' αξίζει.
αλλά σκέψου κι αυτό. μπας κι ο στρατός
τον πετάξει και κακοπάθει, χωρίς κέρδος για μας.
Άκουσε μάνα μου, τι μου καρφώθηκε στο νου.
Αποφασίσανε το θάνατο μου. λαχταρώ με τιμή 
να πεθάνω, δίχως να με στομώσουνε κακομοιριές.
Έλα, σκέψου κι εσύ, μητέρα, σωστά μιλώ.
τώρα σε μένα κρέμεται της Ελλάδας το μεγαλείο.
Εγώ γραμμή των καραβιών και των Φρυγών ερείπια.
να μην τολμούν οι βάρβαροι ν' αρπάξουν πια
απ' την Ελλάδα την καρπερή γυναίκες. της Ελένης
που ο Πάρης την άρπαξε, θα ξαγοράσω το χαμό.
Τέτοια ντροπή θα ξεπλύνω πεθαίνοντας. Θα δοξαστώ 
στους αιώνες που την Ελλάδα λύτρωσα.
Δεν πρέπει τόσο πολύ ν' αγαπώ τη ζωή μου.
μάνα, για το κοινό καλό με γέννησες, όχι για σένα μόνο.
Χιλιάδες άντρες στ' άρματα, χιλιάδες στα κουπιά,
με την πατρίδα ντροπιασμένη, τον εχτρό θα χτυπήσουν
με τόλμη και θα πεθάνουν για την Ελλάδα.
κι όλα τούτα θα τα φράξει μιά ψυχούλα δική μου;
Το βρίσκεις δίκαιο; πως μπορώ ν' αρνηθώ;
Ακόμη κι αυτό: Αυτός εδώ δεν πρέπει να μπει
σ' αμάχη με τους Αργείους και να χαθεί για μια γυναίκα.
Ζωντανός ένας άντρας αξίζει χίλιες γυναίκες.
Αν λαχταρά η Άρτεμη να πάρει το κορμί μου,
εγώ θνητή σε μια θεά θα γίνω εμπόδιο;
Απλό δεν είναι; Δίνω το κορμί μου για την Ελλάδα,
πάρτε με, σφάξτε με, πάρτε την Τροία, αυτό θα' ναι για μένα
φήμη παντοτινή, και γάμος και παιδιά και δόξα.
Είναι σωστό να κυβερνούν Έλληνες βάρβαρους κι όχι
βάρβαροι, μάνα, τους Έλληνες, οι λεύτεροι τους δούλους.

ΧΟΡΟΣ Έχεις ψυχή γενναία, κορίτσι μου.
κάτι σάπιο υπάρχει στην θεά και τη μοίρα.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Παιδί του Αγαμέμνονα, θεός θα μ' ευλογούσε,
αν σ' έπαιρνα γυναίκα μου, ζηλεύω
κι εσένα για την Ελλάδα και την Ελλάδα για χάρη σου.
Τα' πες καλά και ταιριαστά για την πατρίδα.
με τον θεό που σε κρατά στο χέρι δεν πολεμάς
και συλλογάσαι και το καθήκον και την ανάγκη.
Με κυρίεψε πόθος να σμίζω μαζί σου
μόλις είδα τις χάρες σου, είσαι γενναία.
Πρόσεξε τώρα. λαχταρώ να σε σώσω
για να σε πάρω σπίτι μου, μα τη Θέτη,
θα το' χω βάρος αν δεν σε σώσω πολεμόντας
τους Δαναούς. μέτρα κι αυτό: φριχτός ο θάνατος.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Τίποτα δε φοβάμαι πια και θα μιλήσω καθαρά.
Για της Ελένης το κορμί πόλεμος άναψε,
το αίμα τρέχει. για μένα ξένε, δε θέλω
ούτε να σκοτώσεις ούτε να σκοτωθείς.  άσε με,
κι αν μπορώ θα σώσω την Ελλάδα.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ Ευγενικιά ψυχή, δεν έχω να πω τίποτ' άλλο
αφού το πιστεύεις βαθιά είσαι γενναία καρδιά.
Γιατί την αλήθεια να κρύψω; Όμως, αν ίσως 
μετανιώσεις, και για να ξέρεις καλά
τη σταθερή μου απόφαση, θα 'ρθώ με τ' αρματα
και στο βωμό να σταθώ κοντά-κοντά
και δε θ' αφήσω να πεθάνεις. θα σ΄εμποδίσω.
Ίσως τότε να' ρθεις στα λόγια μου,
όταν θα δεις το μαχαίρι σιμά στο λαιμό σου.
Αστόχαστα δε θα σ' αφήσω να σκοτωθείς.
Πηγαίνω στο ναό της θεάς με τ' άρματα μου.
εκεί θα στήσω καρτέρι ώσπου να' ρθεις.


(Φεύγει ο Αχιλλέας)


ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Μάνα, γιατί βουβή τα μάτια βρέχεις δάκρυα;

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Η δόλια, ξέρω γιατί πονάνε τα μελίγγια μου.

ΙΦΙΓΕΝΙΑ Άκου με, πάψε και μη με σκιάζεις.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Μίλα μου, κόρη μου, μη με φοβάσαι εμένα.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Απ' τα μαλλιά σου, να μην κόψεις πλεξούδα
μήτε στα μαύρα να βουτηχτείς.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Γιατί το λες παιδί μου; αφού σε χάνω.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Με χάνεις; λυτρώνομαι και σε δοξάζω.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Τι λες; χρέος δεν έχω να πενθώ την ψυχή σου;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Όχι! δεν θα σωριάσουν χώμα πάνω μου.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Μα πως; το θάνατο πενθούν και όχι τον τάφο.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Της θεάς ο βωμός θα γίνει μνήμα μου.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Καλά το λες, παιδί μου, και θα σ' ακούσω.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Σωτήρας της Ελλάδας είμαι και τυχερή.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Τι θες να παραγγείλω στις αδελφούλες σου;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Μήτε κι εκείνες να τις μαυροφορέσεις.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Γλυκά λογάκια δεν θα πω σε κείνες από σένα;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Γεια και χαρά. μεγάλωσε μου τον Ορέστη.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Σφίξ' τον στην αγκαλιά, στερνή φορά τον βλέπεις.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Γλυκέ μου, την αδελφή σου βοήθησες όσο μπορούσες.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Και τι να κάνω στ' Άργος για χατήρι σου;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Να μην σιχαθείς τον πατέρα μου, τον άντρα σου.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Αγωνία φριχτή θα περάσει για σένα.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Για την Ελλάδα χωρίς να το θέλει με σκότωσε.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Κι με δόλο, σαν ανάξιος γιος του Ατρέα.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Ποιος θα με πάει πριν με τραβήξουν απ' τα μαλλιά;

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Εγώ μαζί σου.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Α! όχι, εσύ! ούτε και να το λες.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Θα σου κρατώ τα πέπλα.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Άκου με, μάνα,
και μείνε, θα' ναι καλύτερα και για τις δύο.
Κάποιος δούλος του πατέρα θα με πάει
στο λιβάδι της Άρτεμης για να σφαχτώ.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Φεύγεις, παιδί μου;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Και δε γυρίζω πια.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Αφήνεις τη μάνα σου;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Το βλέπεις, όμως δεν τ'  άξιζα

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Στάσου και μη μ' αφήνεις.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Δε θέλω κλάματα.


( Η Κλυταιμνήστρα μπαίνει στη σκηνή του Αγαμέμνονα)


ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Τραγουδήστε κοπέλες παιάνα για το χαμό μου
στην κόρη του Δια την Άρτεμη
και ας πιάσουν και τον αχό του και οι Δαναοί.
Ας ραντίσουν τα κάνιστρα κι ας ανάψουν φωτιά
καθαρμού με τα πρόσφορα και ο πατέρας
το χέρι του στο βωμό ν' ακουμπήσει.
Πηγαίνω να δώσω νικηφόρα σωτηρία στους Έλληνες.
Πάρτε με, της Τροίας
και των Φρυγών την καταλύτρα.
δώστε μου και φορέστε μου στεφάνι,
να τα μαλλιά μου να στεφανώσει.
φέρτε μου τ' άγιασμα της πηγής.
Χορέψτε φιδωτούς χορούς
γύρω, τριγύρω στο ναό και στους βωμούς
για την παντάνασσα την Άρτεμη.
Ανάγκη το καλεί,
με τη θυσία και το αίμα μου
το χρέος στη θεά να σβήσω.
Ω άγια, ω άγια μητέρα
δεν σου προσφέρω δάκρυα,
στις ιερές γιορτές δάκρυ δεν πρέπει.
Ώχου κοπέλες μου,
υμνήστε μαζί μου της Άρτεμης τη γη,
τη θαλασσινή της Χαλκίδας γειτόνισσα, 
όπου τα δόρατα τη μάχη λαχταρούν
γρικώντας τ' όνομα μου
εκεί, στα στενά της Αυλίδας περάσματα.
Ωχού γη μου, ωχού Πελασγία μάνα μου, 
ω παραμάνα μου Μυκήνα.

ΧΟΡΟΣ Του Περσέα την πόλη καλείς,
όπου δουλέψανε Κυκλώπων χέρια;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Φως της Ελλάδας μ' αναθρέψατε
μα δεν αρνιέμαι να πεθάνω.

ΧΟΡΟΣ Η δόξα σου δε θα σβήσει ποτέ.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Ωχού
μέρα μου λαμπερή,
του Δία φέγγος σ' άλλη κι αλλιώτικη
ζωή, σε τόπον άλλο θα κατοικήσω.
Αγαπημένο φως σε χαιρετώ.


(Φεύγει η Ιφιγένεια)


ΧΟΡΟΣ Ωχού κι ωχού,
δέστε της Τροίας
και των Φρυγών την καταλύτρα.
πορεύεται για να στολίσουν την κόμη της
και με τ' άγιασμα της πηγής να τη ραντίσουν.
τον βωμό της θεάς με σταγόνες αιμάτων να βάψει
και τον καλογραμμένο της λαιμό.
Σε καρτερούν οι δροσερές πηγές,
τ' άγιασμα του πατέρα σου
και των Ελλήνων ο στρατός
που θέλει στην πόλη της Τροίας να φτάσει.
Την κόρη του Δία, την Άρτεμη, 
τη θεά δέσποινα μας , ικετεύουμε 
να φέρει τέλος καλό.
Ω άγια, ω άγια θεά, αφού χορτάσεις
θυσίες ανθρώπων, κατευόδωσε
το στρατό των Ελλήνων στη γη των Φρυγών
και στη δολερή της Τροίας πόλη.
Δώσε να στεφανώσει ο Αγαμέμνονας
με τις ένδοξες λόγχες του την Ελλάδα
και τη  δική του κεφαλή με δόξα
στους αιώνες των αιώνων.


(Έρχεται ο δεύτερος Αγγελιαφόρος)


ΑΓΓΕΛΟΣ Β Κόρη του Τυνδάρεω Κλυταιμνήστρα,
βγες στο κατώφλι ν' ακούσεις τα λόγια μου.


(Βγαίνει η Κλυταιμνήστρα)




ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Άκουσα τις φωνές σου στην αυλή και βγήκα.
φόβος και τρόμος με πιάνει τη δόλια. μη φέρνεις
κι άλλη συμφορά κοντά στη πρώτη;

ΑΓΓΕΛΟΣ Β Αντίθετα.
για το παιδί σου φέρνω σημεία και τέρατα.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Βιάσου λοιπόν και πες τα γρήγορα.

ΑΓΓΕΛΟΣ Β Καλή μου κυρά, θα μάθεις καθαρά το καθετί.
Απ' την αρχή θα τα πάω αν δεν σκοντάψει
ο νους μου μπερδεύοντας τα λόγια μου στη γλώσσα.
Όταν στο άλσος της Άρτεμης φτάσαμε,
στης κόρης του Δία και τ' ανθισμένο λιβάδι,
οδηγώντας την κόρη σου στο στρατόπεδο,
ευθύς συνάχτηκε πλήθος πολύ με τους Αργείους.
Ο βασιλιάς Αγαμέμνονας μόλις αντίκρισε
να φέρνουν στο άλσος το παιδί για τη σφαγή,
αναστέναξε, γύρισε το κεφάλι, δάκρυσε
και σκέπασε το πρόσωπο του με το χιτώνα.
Εκείνη στάθηκε στο γονιό της κοντά
και του' λεγε: πατέρα ήρθα σε σένα.
το κορμί μου προσφέρω για την πατρίδα μου,
για της Ελλάδας τη γη πέρα για πέρα.
Πάρτε με, θυσιάστε με με τη δική μου θέληση
στο βωμό της θεάς, καθώς ορίζουν οι χρησμοί.
Ευτυχία σας εύχομαι. και στην πατρίδα
νικητές και τροπαιούχοι να γυρίσετε.
Να μη μ' αγγίξει κανένας Αργείος.
χωρίς φωνές και με καρδιά θα δώσω το λαιμό.
Τόσα είπε και όλοι θαμπώθηκαν ακούγοντας
την αρετή του κοριτσιού και την τόλμη.
Σηκώθηκε στη μέση ο Ταλθύβιος - δουλειά του δα - 
και πρόσταξε στο στράτευμα σεμνή σιγή.
Έβγαλε ο μάντης Κάλχας απ' το θηκάρι
μαχαίρι δίκοπο, τ' ακούμπησε
σε πανέρι χρυσό και τη κόρη στεφάνωσε.
Ο γιος του Πηλέα σήκωσε το πανέρι, γύρω, τριγύρω,
ράντισε της θεάς το βωμό μ' αγιασμό
κι είπε. κόρη του Δία, παναγιά των κυνηγών
που φως λαμπερό ξετυλίγεις μέσα στη νύχτα,
αυτό το σφαχτάρι δέξου που το χαρίζουν
των Αχαιών ο στρατός και ο βασιλιάς Αγαμέμνονας,
άχραντον αίμα από λαιμό παρθένας κόρης.
Ακύμαντο δώσε στα πλοία ταξίδι
και μεις τα κάστρα της Τροίας να πάρουμε.
Ο στρατός και οι Ατρείδες στάθηκαν κοιτώντας τη γη.
Ο ιερέας ευχήθηκε και πήρε το μαχαίρι.
ξέταζε το λαιμό για να χτυπήσει.
Με τρύπησε πόνος βαθύς
και σκύβω το κεφάλι. κι άξαφνα θάμα.
Καθένας άκουσε ξεκάθαρα της μαχαιριάς το χτύπο,
αλλά δεν είδε το κορίτσι να χάνεται στη γη.
Ο ιερέας φωνάζει μαζί και ο στρατός,
το ανέλπιστο σαν είδα θεϊκό σημάδι
που το' βλεπες και δεν το πίστευες.
Λαφίνα σπαρτάραγε κατάχαμα
μ΄ωραίο θεόρατο θώρι
κι απ' το χυμένο αίμα ραντιζόταν ο βωμός.
Και τότε ο Κάλχας είπε γεμάτος χαρά.
Ισάξιοι στρατηγοί του στρατού των Αχαιών,
βλέπετε το σφαχτό, τη βουνίσια λαφίνα,
που προσκόμισε στο ναό της η θεά;
Αυτό λαχτάρισεν αντίς την κόρη
για να μην μολυνθεί μ' ανθρώπου αίμα.
Με χαρά το δέχθηκε και μας χαρίζει
αγέρι καλοτάξιδο και πάρσιμο της Τροίας.
Εμπρός, οι ναύτες με θάρρος 
να μπουν στα καράβια. σήμερα πρέπει 
τους γιαλούς της Αυλίδας ν' αφήσουμε
και να περάσουμε το κύμα του Αιγαίου.
Όταν έγινε θράκα στη φλόγα το σφαχτό
είπεν την προσευχή που λεν για τα ταξίδια.
Ο Αγαμέμνονας με στέλνει να στα πώ,
ποια μοίρα θεϊκή, αν πω, τη μοίρανε,
αθάνατη πια δόξα στην Ελλάδα την προσμένει.
Ήμουν μπροστά, και το' δα και το μολογώ.
η κόρη σου, φως φανερό, πετάει στους θεούς.
Άσε τη λύπη πια. παράτα τη χολή για τον άντρα σου.
Ξαφνιάζουν οι θεοί τους ανθρώπους.
γλιτώνουν όσους αγαπούν. η μέρα τούτη 
είδε την κόρη σου ζωντανή και πεθαμένη.

ΧΟΡΟΣ Με γεμίζει χαρά το μήνυμα τούτο
με θεούς κατοικεί ζωντανό το παιδί σου.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Κόρη μου, και ποιος θεός να σ' έκλεψε;
πως να σε πω; πως να μην πω
τέτοιες παρηγοριές χαμένα λόγια;
Πως το πικρό σου πένθος να σβήσω;

ΧΟΡΟΣ Ιδού ο Αγαμέμνων, έρχεται ο άναξ
έχοντας να σου πει αυτά τα λόγια.


(Μπαίνει ο Αγαμέμνονας)


ΑΓΑΜΕΜΝΟΝΑΣ Γυναίκα, είμαστε τυχεροί με την κόρη μας.
πήγε στη συντροφιά των θεών δίχως άλλο.
Πρέπει να πάρεις τώρα το μανάρι μας, και στο σπίτι
να πας. ο στρατός φροντίζει το ταξίδι.
Έχε γεια. Σα θα γυρίσω με τους καιρούς από την Τροία
τα ξαναλέμε. με το καλό να με δεχτείς.

ΧΟΡΟΣ Με χαρά να πας, Ατρείδη, στη χώρα των Φρυγών
με χάρα ξανά να γυρίσεις
και από την Τροία να φέρεις βαρύτιμα λάφυρα.



                                                                         ΤΕΛΟΣ


The Sacrifice of Iphigeneia (detail) -  Giovanni Domenico Tiepolo (1727-1804)






Σημείωση: Απόδοση στην νεοελληνική γλώσσα από τις εκδόσεις Κάκτος





Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...