Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Ορφικός Ύμνος Διονύσου

(θυμίαμα στύρακα)
Ψηφιδωτό δάπεδο με κεφαλή Διονύσου στο κέντρο, από ρωμαϊκή έπαυλη (2ος μ.Χ. αιώνας)

Τον Διόνυσον προσκαλώ, 
τον θορυβώδη πού φωνάζει ευά (επιφώνημα ενθουσιώδες), 
τον πρωτογενή, πού έχει δύο φύσεις, 
και εγεννήθη τρεις φορές, 
τον Βακχικόν βασιλέα, 
τον ζώντα εις τους αγρούς, 
τον ανέκφραστον. 
τον απόκρυφον, 
πού έχει δύο κέρατα και δύο μορφάς τον γεμάτο από κισσό, 
πού έχει πρόσωπο ταύρου, 
τον πολεμικόν τον βακχικόν. 
τον αγνόν. 
πού τρώγει ωμά κρέατα, 
τον τριετή, 
πού τρέφει τα σταφύλια και έχει για πέπλο βλαστάρια. 
Ω Ευβουλέα, πολυμήχανε, 
πού εγεννήθης στα απερίγραπτα κρεββάτια του Διός και της Περσεφόνης αθάνατε δαίμονα (θεέ) άκουσε, μακάριε, την φωνήν μου και σπεύσε με γλυκύτητα και με προσήνεια. έχων ευμενή διάθεσιν μαζί με τις καλλίζωνες συντρόφους σου (τις Μαινάδες και τις Βάκχες).

Κικλήσκω Διόνυσον ἐρίβρομον, 
εὐαστῆρα, 
πρωτόγονον, διφυῆ, 
τρίγονον, 
Βακχεῖον ἄνακτα,   
ἄγριον, 
ἄρρητον, 
κρύφιον, 
δικέρωτα, δίμορφον, κισσόβρυον, 
ταυρωπόν, 
Ἀρήιον, 
εὔιον, 
ἁγνόν, 
ὠμάδιον, 
τριετῆ,
βοτρυηφόρον, ἐρνεσίπεπλον. 
Εὐβουλεῦ, πολύβουλε, Διὸς καὶ Περσεφονείης ἀρρήτοις λέκτροισι τεκνωθείς, ἄμβροτε δαῖμον· κλῦθι, μάκαρ, φωνῆς, ἡδὺς δ᾽ ἐπίπνευσον ἀμεμ[φ]ής εὐμενὲς ἦτορ ἔχων, σὺν ἐυζώνοισι τιθήναις.


Τα Ορφικά
Εγκυκλοπαίδια του Ήλιου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...